Δευτέρα, 13 Ιουλίου 2015

Κοινωνία σε βαθιά κατάθλιψη


Της Μαρίας Κατσουνάκη, Καθημερινή
Aπό την ομιλία του Ελληνα πρωθυπουργού την περασμένη Τετάρτη στο ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο συγκράτησα μια φράση, μάλλον επουσιώδη, που οπωσδήποτε δεν έχει βαρύνοντα ρόλο σε μια διαπραγμάτευση που κρίνει το μέλλον ενός λαού και επηρεάζει τις εξελίξεις σε μια ήπειρο. Μιλώντας για τα μέτρα, που δεν έχουν αποδώσει τα αναμενόμενα εδώ και μια πενταετία, είπε ότι «καταδικάζουν την κοινωνία σε μια βαθιά κατάθλιψη». Μπορεί η διαπίστωση να μην είχε να προσθέσει κάτι σε ό,τι έχει ήδη περιγραφεί ως συνθήκη του ελληνικού πληθυσμού τα τελευταία χρόνια, όμως η πίεση της εβδομάδας που ολοκληρώνεται σήμερα, αλλοίωσε τα χαρακτηριστικά των ανθρώπων γύρω μας. Η αγωνία και το αίσθημα της ελεύθερης πτώσης προκάλεσαν ύπνο ταραγμένο και περιορισμένο, μεγάλη δυσθυμία, δυσκολία να κρατηθεί κανείς από την καθημερινή ρουτίνα που διερράγη και θα χρειαστεί χρόνο να επανασυγκολληθεί έστω και κακήν κακώς. Το «ναι» και το «όχι» δεν άφησαν ανεπηρέαστες σχέσεις και φιλίες ετών· ακόμη κι αν οι αντιδράσεις δεν ήταν συγκρουσιακές, ο διχασμός ενεγράφη. Κρατήθηκε στο μυαλό σαν υποσημείωση. Εντάξει, ο χρόνος είναι η πιο αποτελεσματική γομολάστιχα, αλλά ο θυμός κάτι τσαλακώνει, κάτι μετατοπίζει. Αυτή η κοινωνία των «μεν» και των «δε» θέλει πολλή δουλειά για να καταχώσει στη λήθη τον διαδικτυακό πόλεμο (στο facebook και στο twitter), τις φράσεις και τους χαρακτηρισμούς που αντηλλάγησαν ή υπονοήθηκαν, τις απανωτές «διαγραφές» από τους τοίχους, τα «unfollow», τις ισορροπίες που ανατράπηκαν –ενδεχομένως και μια για πάντα– την αντιπάθεια και τα χρωστούμενα από το παρελθόν που εμφανίστηκαν στο τραπέζι αυτής της παράλληλης, άτυπης, διαπραγμάτευσης.
Μία εβδομάδα μετά το δημοψήφισμα και 15 ημέρες με capital controls, την κοινωνία μουδιασμένη, σε ελεγχόμενο, προς το παρόν, πανικό, τους ανθρώπους σε ψυχική ασφυξία, το θυμικό να παράγει πολλή θλίψη και πολύ θυμό, τα λόγια να περισσεύουν (ή μήπως να τελειώνουν) και τις δουλειές να χάνονται μαζί με τον τουρισμό και τις επιχειρήσεις, η Ελλάδα μεταμορφώνεται σε νεκρή ζώνη.

Γράψαμε (την περασμένη Δευτέρα) ότι βιαστήκαμε οι δημοσιογράφοι να μιλήσουμε για ζόφο στην αρχή της κρίσης. Γιατί αυτό που συμβαίνει τώρα δεν έχουμε κατάλληλες λέξεις για να το περιγράψουμε.
Πενθούσαμε από το 2010 μέχρι το 2014 τα λουκέτα στα καταστήματα, τα «ενοικιάζεται» και «πωλείται», τα συσσίτια, τους άστεγους, τα νοικοκυριά χωρίς ρεύμα. Οι νυν κυβερνώντες, από την ασφαλή θέση της αντιπολίτευσης, μιλούσαν, τότε, για ερείπια και προδοσίες, θρηνώντας για τους μικροσυνταξιούχους, τους μικροεπιχειρηματίες, τους γέροντες και ηττημένους, τα νιάτα που ξενιτεύονται, τον πληθυσμό που γηράσκει, τα μνημόνια που αφανίζουν... Και τώρα; Πώς περιγράφουν τις ουρές στα ΑΤΜ; Τα 60 ευρώ ημερήσιας ανάληψης, τα 120 ευρώ έναντι σύνταξης, την κατάρρευση ανθρώπων ηλικιωμένων που αισθάνονται ταπεινωμένοι; Εχουν ακουστεί (από υπουργούς και στελέχη) διάφορες εκδοχές που επιδιώκουν να απομειώσουν την ένταση και τις εντυπώσεις. «Τα χρήματα δεν είναι λίγα», «συνηθίζονται οι ουρές», για να μην επεκταθούμε στα: «η Ε.Ε. ευθύνεται για όλα» και το «διευθυντήριο των Βρυξελλών». Κανείς δεν απεμπολεί τις ευθύνες των εταίρων, αλλά και κανείς δεν μπορεί να υποβαθμίσει το γεγονός ότι στο πεντάμηνο της διακυβέρνησης των ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ είμαστε σε κατήφορο χωρίς φρένα. Δημαγωγία και ψέματα, που ενίσχυαν το φαντασιακό ενός λαού διαζευγμένου με την αυτοκριτική σκέψη, τη δυνατότητα να επεξεργάζεται λάθη και ζημίες, χωρίς να αναζητά με απελπισία κάποιον τρίτο να τα φορτώσει. Πίστεψαν αμέσως ότι «οι πιστωτές είναι κακοί και οι δανειολήπτες αθώα θύματα», όπως επισήμαναν στον κ. Τσίπρα οι εταίροι στο ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.
Ηταν βολικό. Η προπαγάνδα όμως γύρισε μπούμερανγκ, σκορπώντας ταπείνωση και, περαιτέρω, καταστροφή.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget

Αναγνώστες