Τρίτη, 18 Νοεμβρίου 2014

Ελίτ και μάζες στην ψηφιακή εποχή

Πριν από πενήντα χρόνια, το 1964, ένας νέος μελετητής, ο 32χρονος τότε Ουμπέρτο Εκο, δημοσίευσε μία συλλογή δοκιμίων του με τίτλο «Κήνσορες και θεράποντες» (ελληνική έκδοση: Γνώση, 1987). «Κήνσορες» ήταν εκείνοι που διατύπωναν ένα αυστηρό κατηγορητήριο εναντίον της μαζικής κουλτούρας και της αντέτασσαν μια συνολική άρνηση. «Θεράποντες» ήταν αντίθετα εκείνοι που έβλεπαν μόνο τις θετικές δυνατότητες των νέων μέσων επικοινωνίας. Πέρα από την ολική άρνηση και την άκριτη απολογία, ο Εκο αναζητούσε έναν «τρίτο δρόμο» και υποστήριζε την ανάγκη μιας εποικοδομητικής παρέμβασης των διανοουμένων στον χώρο της μαζικής επικοινωνίας. Η ακόλουθη συνέντευξη του Ουμπέρτο Εκο δημοσιεύτηκε στην ιταλική περιοδική επιθεώρηση ICS Magazine.
●Το βιβλίο σας «Κήνσορες και θεράποντες» έγινε πενήντα ετών. Στο μεταξύ υπήρξε η επανάσταση του διαδικτύου, που γέννησε τη νιοστή εκδοχή αυτής της διχοτομίας. Η δεύτερη φάση της ψηφιακής εποχής, ωστόσο, με την εγγενή της κοινωνικότητα, φαίνεται να ευνοεί τις στάσεις των «θεραπόντων». Υπάρχει ένα ολόκληρο πάνθεον μεταφορών και όρων -άνοιγμα, συνεργασία, μοίρασμα- που προσλαμβάνονται ως «καθαυτό καλές », ως από τη φύση τους λυτρωτικές. Τι σκέφτεστε γι’ αυτό;
Η αποστολή κάθε κουλτούρας είναι να παράγει μια συλλογική ανάπτυξη. Αυτή η ανάπτυξη, όμως, ακόμα και με πλήρη ελευθερία έκφρασης (διαφορετικά, μιλάμε για δικτατορία και όχι για αληθινή κουλτούρα), αρθρώνεται πάντοτε ως διαρκής κριτική του λόγου του άλλου. Είναι το ιδεώδες υπόδειγμα του σωκρατικού διαλόγου: ένας σηκώνεται και λέει τα δικά του, έπειτα ο άλλος, είτε είναι ο δάσκαλος είτε ο φίλος ή οποιοσδήποτε άλλος, σηκώνεται και με τη σειρά του εκφράζει τη διαφωνία του και ούτω καθεξής. Αυτό φυσικά ισχύει για την κοινωνία όπως ισχύει και για τα άτομα. Και η προσωπική κουλτούρα χρειάζεται την κριτική.

Με δυο λόγια, η κουλτούρα είναι μια συνεχής εναλλαγή ανάμεσα στην ελεύθερη έκφραση του λόγου και στην κριτική αυτής της έκφρασης του λόγου. Αυτό που συμβαίνει με το διαδίκτυο, όμως, είναι ότι καθιερώνεται μια ειδωλολατρία της απόλυτης έκφρασης του λόγου, χωρίς κανέναν έλεγχο από μέρους των άλλων. Αν ήθελα να γίνω κακός -ή κήνσορας- θα μπορούσα να πω ότι είναι ο θρίαμβος του: «ο λόγος στον κρετίνο». Αυτό όμως δεν είναι κουλτούρα. Ή καλύτερα: ο κρετίνος μπορεί και να μιλάει ή ακόμα και να διδάσκει στο πανεπιστήμιο, αρκεί να διατηρείται η δυνατότητα για τους άλλους να απαντούν, να αμφισβητούν, να προτείνουν εναλλακτικά μοντέλα. Με αυτές τις μορφές ψευδοσυμμετοχής αντίθετα καθένας εκφράζει ό,τι του έρχεται στο νου. Απειλείται έτσι η θεμελιώδης προϋπόθεση της δημοκρατίας, δηλαδή η παραδοχή ότι δεν είναι όλα όσα λέγονται ορθά. Οποιος διατυπώνει την αντίθετη θεωρία, υπερασπιζόμενος την απλή εκφορά του λόγου ως μοναδική μορφή έκφρασης, έχει εκ των πραγμάτων απαρνηθεί τη δημοκρατία -και επομένως τη δημοκρατική κουλτούρα- ως κριτική των γνωμών.
● Ενα από τα πιο ισχυρά επιχειρήματα των κηνσόρων του διαδικτύου αφορά τους ψηφιακούς αυτόχθονες και συγκεκριμένα την υποτιθέμενη ανθρωπολογική μεταβολή που θα συνεπαγόταν το γεγονός ότι γεννήθηκαν μέσα σ’ αυτό το ψηφιακό σύμπαν. Προσωπικά, εκείνο που με εντυπωσιάζει δεν είναι τόσο η πρώιμη ικανότητα των παιδιών να μαθαίνουν τη γραμματική των ψηφιακών μέσων όσο οι γνωσιακές συνέπειες αυτής της πελώριας και άμεσης διαθεσιμότητας περιεχομένων, και ιδιαίτερα οι επιπτώσεις της στην ατομική μνήμη.
Το πρόβλημα είναι ότι παρακολουθούμε μια πελώρια κρίση της συλλογικής μνήμης. Αρκεί να σκεφτούμε τους τέσσερις νεαρούς που πριν από λίγο καιρό, στη διάρκεια ενός τηλεοπτικού κουίζ, όταν ρωτήθηκαν για ένα επεισόδιο της ζωής του Μουσολίνι, δεν ήξεραν καθόλου σε ποια εποχή να το τοποθετήσουν. Κανείς τους δεν θυμόταν ότι ο Μουσολίνι είχε πεθάνει το 1945! Δεν λέω ότι οι προηγούμενες γενεές γνώριζαν την ακριβή ημερομηνία του θανάτου του Ναπολέοντα, αλλά σίγουρα γνώριζαν σε γενικές γραμμές να την τοποθετήσουν χρονολογικά σε σχέση με την εκστρατεία του Γκαριμπάλντι ή με την έναρξη του Δεύτερου Παγκόσμιου Πολέμου. Η συλλογική μνήμη, όμως, μπαίνει σε κρίση επειδή μπαίνει σε κρίση και η επιθυμία της ατομικής μνήμης.
Οποιος δεν ξέρει πότε πέθανε ο Μουσολίνι πιθανότατα δεν ενδιαφέρεται να θυμάται ούτε και τι έκανε το περασμένο καλοκαίρι. Ούτε, κατά μείζονα λόγο, τον ενδιαφέρει να μάθει τι είχε συμβεί στους γονείς του ή στους παππούδες του. Οταν ήμουν παιδί, έμαθα πολλά ενδιαφέροντα πράγματα για τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο ακούγοντας τις αφηγήσεις της μητέρας μου. Η προσωπική μου μνήμη παραβλήθηκε με αποσπάσματα μνήμης άλλων και μου επέτρεψε να ανασυγκροτήσω ένα επίπεδο κοινής ανάμνησης, του οποίου αποτελούν μέρος τόσο τα τραγούδια που τραγουδούσε η μάνα μου όσο και η ημερομηνία της επίθεσης στον αρχιδούκα Φραγκίσκο Φερδινάνδο στο Σαράγεβο. Το παιδί που ζει μπροστά στην οθόνη του ηλεκτρονικού υπολογιστή και δεν ακούει πλέον τη μάνα του να τραγουδάει υποφέρει, ταυτόχρονα, από μιαν απώλεια ατομικής και συλλογικής μνήμης.
● Πόση σχέση έχει αυτό με το ότι έχουμε βυθιστεί σε ακραίο βαθμό στον παρόντα χρόνο;
Πιθανότατα μεγάλη. Κινδυνεύει να γεννηθεί μια γενιά που θα ενδιαφέρεται να γνωρίσει μόνο το παρόν. Πριν από λίγο καιρό, ένας φίλος μού είπε, λίγο προβοκατόρικα, ότι ξαναδιαβάζοντας το μυθιστόρημά μου «Το εκκρεμές του Φουκό» ξαφνιάστηκε μπροστά στην περιγραφή ενός τηλεφώνου που λειτουργούσε με κέρματα. Είχε ξεχάσει ότι κάποτε για να τηλεφωνήσεις όταν ήσουν έξω από το σπίτι σου υπήρχαν οι τηλεφωνικοί θάλαμοι. Αυτό είναι ένα καλό παράδειγμα πολιτιστικής ισοπέδωσης στο παρόν. Ο φίλος μου δεν είχε ξεχάσει με μιαν απόλυτη έννοια, αλλά είχε κατά κάποιον τρόπο απενεργοποιήσει εκείνη την ιδιαίτερη ανάμνηση, επειδή ήταν ασύμβατη με ένα παρόν στο οποίο τείνουμε να προσχωρούμε με τρόπο υπερβολικό. Και αν για ορισμένους αυτό οδηγεί στη λήθη του παρελθόντος, για άλλους -για τους νεότερους- οδηγεί στην απουσία ενδιαφέροντος για όσα συνέβησαν. Δεν γνωρίζω πόσοι νέοι σήμερα θα ήξεραν να πουν πότε μπήκαν στη ζωή μας τα κινητά τηλέφωνα, αλλά είμαι έτοιμος να στοιχηματίσω ότι πολλοί θα συναντούσαν μεγάλες δυσκολίες ακόμα και μόνο για να φανταστούν μιαν εποχή στην οποία τέτοια μαραφέτια δεν υπήρχαν.
● Είναι ωστόσο αναμφίβολο ότι για εκείνους που διατηρούν επιθυμία για γνώση και τάση να καλλιεργούν τη μνήμη, το διαδίκτυο αντιπροσωπεύει ένα κοίτασμα με πελώριο υλικό.
Σίγουρα μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε το ίντερνετ για να καλλιεργήσουμε τη συλλογική μνήμη, όταν υπάρχει ενδιαφέρον γι’ αυτό. Το ζητούμενο είναι -και πάλι- να διατηρήσουμε την κριτική ικανότητα, που είναι πάνω απ’ όλα ικανότητα διάκρισης, διαχωρισμού. Σε κάθε κουλτούρα υπήρχε πάντοτε μια ελίτ, η οποία διέθετε πρόσβαση στις αποθήκες της μνήμης και επομένως στη γνώση, και μια λιγότερο ή περισσότερο ευρεία μάζα που ήταν αποκλεισμένη από αυτές. Σήμερα, συμβαίνει να έχουμε και πάλι μια ελίτ, η οποία χρησιμοποιεί κριτικά τα εργαλεία της πληροφορικής και καλλιεργεί συνειδητά τη μνήμη και τη γνώση, και μια μάζα η οποία δεν το κάνει, όχι επειδή της έχει αποκλειστεί προκαταβολικά η πρόσβαση στη γνώση, αλλά επειδή της έχει δοθεί υπερβολικά πολλή και μη οργανωμένη γνώση. Θα είναι επομένως και πάλι μάζα υποταγμένη, αλλά από υπερβολική δόση δημοκρατίας. […]

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget

Αναγνώστες