Δευτέρα, 17 Νοεμβρίου 2014

Ευτυχισμένο το 2012!


 Του Νίκου Μαραντζίδη, Καθημερινή
Δεν μπορεί να είναι μόνο δική μου εντύπωση. Κάθε μέρα, σιγά σιγά, σε ολοένα και μεγαλύτερο κύκλο ανθρώπων ενισχύεται το αίσθημα ανησυχίας και αβεβαιότητας για το τι πρόκειται να συμβεί τους επόμενους μήνες. Αρκετοί από εμάς αναρωτιόμαστε προβληματισμένοι: εισήλθαμε εκ νέου στο 2012; Στα ζητήματα της οικονομίας το επερχόμενο τυπικό τέλος του Μνημονίου δημιουργεί περισσότερο άγχος από ό,τι ελπίδες. Η αρνητική υποδοχή που επιφύλαξαν οι αγορές στη διακηρυγμένη πρόθεση της κυβέρνησης για έξοδο από την παρούσα κατάσταση πραγμάτων επανέφερε μνήμες του 2010, όταν οι συζητήσεις για τα spreads και τα επιτόκια είχαν μετατραπεί σε καθημερινή ασχολία της ελληνικής κοινωνίας. Στην ουσία, τα παραπάνω περιγράφουν μια πραγματικότητα όπου παρά τα βήματα προόδου που έχουν σημειωθεί (κάποια από αυτά αποτυπώνονται και στην πραγματική οικονομία), η αβεβαιότητα συνεχίζει να είναι το κυρίαρχο αίσθημα για το μέλλον της ελληνικής οικονομίας. Το πρόβλημα δεν είναι μόνο τεχνικό: ποιες μεταρρυθμίσεις έγιναν, ποιες μένει να γίνουν και με τι ταχύτητα πρέπει να υλοποιηθούν. Είναι κατά τη γνώμη μου ζήτημα επιλογής προσανατολισμού για το τι οικονομία και τι είδους σχέση θέλουμε ανάμεσα στους πολίτες, στην αγορά και στο κράτος. Γιατί, αν θέλουμε λιγότερους φόρους, τότε πρέπει να μειωθεί το κράτος. Για να μειωθεί όμως το κράτος, πρέπει να περιοριστούν υπηρεσίες, να κοπούν δαπάνες και να καταργηθούν αχρείαστες ή παραπανήσιες δομές. Αν θέλουμε φθηνότερα προϊόντα και υπηρεσίες, πρέπει να απελευθερωθεί η αγορά και να περιοριστούν οι προστατευτικές ρυθμίσεις προς όφελος συγκεκριμένων κοινωνικών ομάδων. Αυτά βέβαια δεν γίνονται εύκολα και έχουν πολιτικό κόστος, αλλά από την άλλη δεν μπορείς να παριστάνεις ταυτόχρονα και τον σοσιαλιστή και τον φιλελεύθερο.

Σε πολιτικό επίπεδο η χώρα δείχνει να ανακυκλώνει ένα μείγμα παλιών πρακτικών με νέα φρασεολογία. Οι αγαπημένες συνήθειες της ελληνικής πολιτικής ζωής, το κουρέλιασμα των θεσμών, η πόλωση και η δημαγωγία ξετυλίγονται καθημερινώς μπροστά μας. Η διαδικασία εκλογής Προέδρου Δημοκρατίας μεταβάλλεται σήμερα σε παράγοντα πολιτικής έντασης, ενδεικτικό της κατάστασης του πολωμένου κομματισμού που βιώνουμε. Είναι αναμφισβήτητο πως η αντιπολίτευση παίρνει ένα μεγάλο ρίσκο υποτιμώντας τους κινδύνους για τη χώρα και για την ίδια. Επιχειρεί να φέρει την εκλογική αναμέτρηση μια ώρα αρχύτερα, σε αντίθεση με τις συνταγματικές επιταγές, εντείνοντας κι άλλο το κλίμα πόλωσης, σε μια περίοδο που το τελευταίο που χρειάζεται η χώρα είναι αυτό. Μπορεί η ανυπομονησία κάποιων να έρθουν στην εξουσία να τους τυφλώνει (όπως για παράδειγμα τύφλωνε τον Γ. Παπανδρέου η ίδια επιθυμία το 2009), όμως είναι απολύτως βέβαιο πως στη συνέχεια θα κατανοήσουν τη σημασία της συναίνεσης.

Σε διεθνές επίπεδο, τα πράγματα εξελίσσονται επικίνδυνα. Οι φωτιές στην περιοχή της Μέσης Ανατολής φούντωσαν σε μια στιγμή όπου η Τουρκία δείχνει να αυτονομείται από το δυτικό πλαίσιο αξιών και ο Ερντογάν να προκαλεί ανησυχία για το προς τα πού επιδιώκει να το πάει. Τώρα πρέπει να πήραν το μάθημά τους όσοι ήταν οπαδοί της διαιώνισης του αδιεξόδου στο Κυπριακό· όσοι, αφελώς ή κουτοπόνηρα, πίστευαν πως από τη στιγμή που η Κύπρος έγινε μέλος της Ευρωπαϊκής Ενωσης δεν χρειάζεται να «τρέχουμε» και να πιέζουμε για να βρεθεί μια λύση, θα «τρέχουν» οι Τούρκοι. Νόμιζαν πως ο καιρός πλέον κυλάει υπέρ της ελληνοκυπριακής πλευράς. Δυστυχώς, αντιλαμβανόμαστε όλοι σήμερα πως η παράταση της αστάθειας σε μια περιοχή με σημαντικό ιστορικό συγκρούσεων και αδιάλλακτων εθνικισμών καθίσταται, έστω και μακροπρόθεσμα, πηγή κινδύνων. Τώρα, σε Κύπρο και Ελλάδα, παρακολουθούμε με ανησυχία τις κινήσεις του Τούρκου πρωθυπουργού και προσπαθούμε να μαντέψουμε τι σκέφτεται να κάνει με τα κρίσιμα ζητήματα που αφορούν τις ελληνοτουρκικές και τουρκοκυπριακές σχέσεις. Ολοι ας είμαστε ειλικρινείς, φοβόμαστε πως η Τουρκία είναι ικανή να δημιουργήσει εκ νέου μια νέα κατάσταση Ιμίων αλλά σε χειρότερο συσχετισμό δυνάμεων για την Ελλάδα σε σχέση με το 1996.

Μέσα σε τέτοιο αβέβαιο περιβάλλον, οι πολιτικές δυνάμεις της χώρας οφείλουν να διαμορφώσουν ένα σταθερότερο πλαίσιο πολιτικής λειτουργίας. Η μεν κυβέρνηση, για να απομακρύνει τον κίνδυνο πρόωρων εκλογών, να προστατέψει τις θυσίες των πολιτών και να υπερασπίσει μακροπρόθεσμα τις δικές της επιλογές και η αντιπολίτευση, από τη μεριά της, για να οικοδομήσει ένα περιβάλλον μεγαλύτερης εμπιστοσύνης και ασφάλειας στην περίπτωση που κερδίσει τις προσεχείς εκλογές όποτε γίνουν αυτές. Για τη σταθερότητα και τη συνεννόηση δεν χρειάζονται κυβερνήσεις «εθνικού σκοπού» και άλλες μεγαλοστομίες κενού περιεχομένου. Απαιτείται κυρίως να εμπεδωθεί πραγματικά πως ο κοινός μας παρονομαστής είναι η φιλελεύθερη δημοκρατία και το κοινό μας σπίτι το ευρωπαϊκό θεσμικό πλαίσιο.

Ας ελπίσουμε μόνο η σημασία των παραπάνω να κατανοηθεί εγκαίρως ή να είμαστε αρκετά τυχεροί για να μη χρειαστεί να πάρουμε, τόσο ως πολιτικό σύστημα όσο και ως κοινωνία, ένα ακόμη πικρό μάθημα.
* Ο κ. Νίκος Μαραντζίδης είναι καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας και επισκέπτης καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Καρόλου στην Πράγα και στο Πανεπιστήμιο της Βαρσοβίας.
Έντυπη

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget

Αναγνώστες