Δευτέρα, 22 Οκτωβρίου 2012

«Πώς γίνεται να ζούμε χωρίς χαρά;»

Από τη συνέντευξη του Βασίλη Παπαβασιλείου, Καθημερινή, 21.10.12
Υπήρχε ένας κομφορμισμός του παράπονου, της λύπης και μια καπηλεία του θρήνου στην Ελλάδα. Οταν συναντάω αυτόπτες μάρτυρες της μικρασιατικής καταστροφής οι αφηγήσεις τους έχουν ζωντάνια την οποία εμείς έχουμε ξεχάσει. Για εμάς η μικρασιατική καταστροφή παραπέμπει σε έναν οργανωμένο θρήνο. Νομίζω ότι έπαιξε ρόλο και ο εμφύλιος. Οργανώσαμε μια κουλτούρα του θρήνου, που τα χρόνια της κρίσης κορυφώθηκε. Είναι πράγματι φοβερό να σε βρίσκει οικονομική καταστροφή. Εδώ όμως υπάρχει κάτι. Αυτό που συμβαίνει είναι το τέλος του πρώτου μέρους του βιβλίου που ονομάζεται νεοελληνικό κράτος. Αυτή η στιγμή μας βάζει όλους απέναντι στο εξής ερώτημα: από πού ερχόμαστε; Εχουμε καταστραφεί, υπάρχουν όμως πράγματα που δεν μπορεί κανείς να σου τα πάρει. Τι ποσότητα αναπαλλοτρίωτων ιστοριών κουβαλάει ο καθένας; Φοβούμαι ότι σε αυτό το μέτωπο μπορεί να μιλήσει κανείς για μια πραγματική δυστυχία, όσον αφορά την ελληνική κοινωνία. Τα τελευταία 30 - 40 χρόνια κύλησαν σε έναν παράδοξο αστερισμό ενός καταναλωτικού διονυσιασμού, μιας απεμπόλησης οποιουδήποτε αιτήματος παραγωγής και δημιουργίας. Τα εύκολα ξένα λεφτά είχαν καλύψει τα πάντα. Σήμερα, οι νεότερες γενιές καλούνται να ενεργοποιηθούν και με έναν άλλον τρόπο, που δεν τους ήταν οικείος έως πρόσφατα. Δηλαδή, να φτιάξουν ένα άλλο πλαίσιο, μιαν άλλη πατρίδα, έναν άλλο κοινό, δημόσιο χώρο. Δηλαδή, ένα άλλο συμβόλαιο συνύπαρξης των Ελλήνων. Ενα συμβόλαιο το οποίο προηγείται του κράτους. Βασική προϋπόθεση, η ανάληψη ευθύνης. Το «εγώ φταίω» γι’ αυτό που έγινε ή το είδα να γίνεται μπροστά στα μάτια μου και δεν έκανα τίποτε.


Ο σκηνοθέτης Βασίλης Παπαβασιλείου με αφορμή την τελευταία ταινία των Ταβιάνι μιλάει για τη δημιουργικότητα, που δεν έχει ηλικία
Της Μαριας Κατσουνακη
Τυπικά, η αφορμή για τη συνάντηση με τον σκηνοθέτη Βασίλη Παπαβασιλείου ήταν η ταινία των Ταβιάνι «Ο Καίσαρας πρέπει να πεθάνει», που προβάλλεται για τέταρτη εβδομάδα. Οι Πάολο και Βιτόριο Ταβιάνι, 83 και 81 ετών, παρακολουθούν την προετοιμασία και την πρεμιέρα μιας παράστασης με το έργο του Σαίξπηρ, στις φυλακές υψίστης ασφαλείας Ρεμπίμπια, στα περίχωρα της Ρώμης. Πρωταγωνιστές ισοβίτες, οι περισσότεροι, κρατούμενοι, πρόσωπα κατοικημένα από ζωές σκληρές και ματαιωμένες. Η παρουσία τους πυκνώνει το έργο σε σκέψεις, προεκτάσεις, αισθήματα. Μια ταινία 76 λεπτών, κινηματογραφημένη με ρεαλισμό, βαθύ, επεξεργασμένο βλέμμα, αισθητικά, πολιτικά, κοινωνικά.
Από την άλλη, ο σκηνοθέτης Βασίλης Παπαβασιλείου, βρίσκεται σε διαφορετικό μήκος κύματος αυτήν την εποχή, ετοιμάζοντας την πρεμιέρα, μεθαύριο Τρίτη, της οπερέτας του Θεόφραστου Σακελλαρίδη «Βαφτιστικός», με την Καμεράτα, στο Μέγαρο Μουσικής (είχε ανέβει για λίγες παραστάσεις και το καλοκαίρι στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών).
Του ζητήσαμε να δει την ταινία για να συζητήσουμε μαζί του τα πολλά πρόσωπα της δημιουργίας και κυρίως τη φράση ενός κρατουμένου: «Από τότε που γνώρισα την τέχνη, αυτό το κελί έγινε φυλακή». Κοινός παρονομαστής της συνάντησης, «η χαρά». «Και η ταινία των Ταβιάνι και ο καιρός στην Ελλάδα μας λέει ότι υπάρχει ένα έργο στο οποίο ο καθένας είναι απέναντι στον εαυτό του. Οφείλει να ανακαλύψει μέσα του, συναντώντας τους άλλους, τους πόρους αυτού του γίγνεσθαι της χαράς», λέει ο Β. Παπαβασιλείου και αναρωτιέται: «Πώς γίνεται να ζούμε χωρίς χαρά;».
– Η απόσταση από τους Ταβιάνι στον Θεόφραστο Σακελλαρίδη μάλλον δεν γεφυρώνεται…
– Οπως και η απόσταση από την Ελλάδα στην Ιταλία, δύο μεγάλες χώρες με παρελθόν που θητεύουν σήμερα στην παρακμή ως σύγχρονες εκδοχές αρχαίου μεγαλείου. Τους Ιταλούς, με μια έννοια, τους έσωσε ο Δάντης, ο οποίος προβληματιζόταν πώς να το πει: Θεία Τραγωδία ή Θεία Κωμωδία; Επέλεξε το δεύτερο. Τι σημαίνει; Οτι το κωμικό στοιχείο στην παιδεία της Ιταλίας είναι κεντρικό. Οι Ιταλοί είναι ακομπλεξάριστοι σε σχέση με εμάς. Οι Ταβιάνι, από την πλευρά τους, καταφέρουν ένα πλήγμα στον μύθο ότι υπάρχει νεότητα στην τέχνη ως ληξιαρχικό δεδομένο. Μιλάω για τη δημιουργικότητα των ανθρώπων αυτών, που μας ξαναλένε αυτό που η ιστορία της τέχνης επιβεβαιώνει: η νεότητα δεν είναι βιολογικό δεδομένο σε ό,τι αφορά την καλλιτεχνική παραγωγή.
Παραγωγή πληβείων
– Πως σχολιάζετε την ταινία;
– Ιδιοφυής η επιλογή του πλαισίου. Οι φυλακές υψίστης ασφαλείας... Ο σημερινός κόσμος παράγει αποκλεισμένους, τυπικά έγκλειστους ή όχι, παράγει αυτούς που περισσεύουν. Δηλαδή, παράγει πληβείους. Και στην Ελλάδα αυτό ζούμε. Οι πρωταγωνιστές των Ταβιάνι είναι εξ ορισμού αποκλεισμένοι. Είναι οι εγκληματίες, είναι οι κακοί, είναι οι χαρακτηρισμένοι με σφραγίδα.
– «Από τότε που γνώρισα την τέχνη αυτό το κελί έγινε φυλακή…» λέει ένας από τους κρατουμένους στο τέλος.
– Συνοψίζει νομίζω όλη την ουσία του διαβήματος, και πιστεύω ότι είναι μια δήλωση που αφορά τους ίδιους τους Ταβιάνι. Και η ηλικία μας μπορεί να είναι φυλακή. Δύο 80χρονοι αναθέτουν σε έναν ισοβίτη να πει κάτι εντελώς αυτοβιογραφικό. Δηλαδή, κι αυτοί είναι «ελεύθεροι» λόγω της τέχνης. Λόγω της δημιουργικότητας εκείνης η οποία οδηγεί τον άνθρωπο στην αγάπη για ένα αντικείμενο, που τον υπερβαίνει, και αυτό δεν φτάνουν δέκα ζωές για να το καλύψεις.
– Ο Ιούλιος Καίσαρας είναι ένα σχόλιο πάνω στην αλαζονεία της εξουσίας;
– Ο Σαίξπηρ μελετά κάτι το οποίο είναι διαχρονικά επίκαιρο: την εντροπία των συστημάτων, των συστημάτων εξουσίας, των πάσης φύσεως συστημάτων. Παντός πράγματος που κλείνεται στον εαυτό του και απειλείται από τον ίδιο του τον εαυτό. Ο υπαρκτός σοσιαλισμός πώς τελείωσε; Από τον εαυτό του. Η δημοκρατία πώς τελειώνει; Από τον εαυτό της, από τη μαζική παραγωγή πληβείων, που δεν είναι μόνο οικονομικά πληβείοι, αλλά και ψυχικά και διανοητικά. Δηλαδή η δημοκρατία παράγει αυτούς που περισσεύουν. Αυτοί που περίσσευαν στην Ρεμπίμπια είχαν την τύχη να συναντηθούν με τους Ταβιάνι και να ανακαλύψουν ένα παράθυρο ουσιαστικό μέσα στην ισόβια φυλακή τους.
– Ενα παράθυρο προς τα μέσα, σαν μια διαδικασία αυτογνωσίας.
– Καλώς ή κακώς, αυτοί οι άνθρωποι επιστράτευσαν για να υπάρξουν μια δύναμη που συρρικνώνεται σήμερα: τη δύναμη της χαράς. Η χαρά μπορεί να μετατρέψει ένα «είναι» άκαμπτο, φυλακισμένο σε μια κυριολεκτική ή μεταφορική φυλακή, σε ένα κύμα το οποίο μπορεί να σπάσει τοίχους, να ανοίξει παράθυρα και να φύγει προς το μέλλον, προς τη ζωή.
– Είναι μια «δύναμη» που χάνουμε;
– Υπήρχε ένας κομφορμισμός του παράπονου, της λύπης και μια καπηλεία του θρήνου στην Ελλάδα. Οταν συναντάω αυτόπτες μάρτυρες της μικρασιατικής καταστροφής οι αφηγήσεις τους έχουν ζωντάνια την οποία εμείς έχουμε ξεχάσει. Για εμάς η μικρασιατική καταστροφή παραπέμπει σε έναν οργανωμένο θρήνο. Νομίζω ότι έπαιξε ρόλο και ο εμφύλιος. Οργανώσαμε μια κουλτούρα του θρήνου, που τα χρόνια της κρίσης κορυφώθηκε. Είναι πράγματι φοβερό να σε βρίσκει οικονομική καταστροφή. Εδώ όμως υπάρχει κάτι. Αυτό που συμβαίνει είναι το τέλος του πρώτου μέρους του βιβλίου που ονομάζεται νεοελληνικό κράτος. Αυτή η στιγμή μας βάζει όλους απέναντι στο εξής ερώτημα: από πού ερχόμαστε; Εχουμε καταστραφεί, υπάρχουν όμως πράγματα που δεν μπορεί κανείς να σου τα πάρει. Τι ποσότητα αναπαλλοτρίωτων ιστοριών κουβαλάει ο καθένας; Φοβούμαι ότι σε αυτό το μέτωπο μπορεί να μιλήσει κανείς για μια πραγματική δυστυχία, όσον αφορά την ελληνική κοινωνία. Τα τελευταία 30 - 40 χρόνια κύλησαν σε έναν παράδοξο αστερισμό ενός καταναλωτικού διονυσιασμού, μιας απεμπόλησης οποιουδήποτε αιτήματος παραγωγής και δημιουργίας. Τα εύκολα ξένα λεφτά είχαν καλύψει τα πάντα. Σήμερα, οι νεότερες γενιές καλούνται να ενεργοποιηθούν και με έναν άλλον τρόπο, που δεν τους ήταν οικείος έως πρόσφατα. Δηλαδή, να φτιάξουν ένα άλλο πλαίσιο, μιαν άλλη πατρίδα, έναν άλλο κοινό, δημόσιο χώρο. Δηλαδή, ένα άλλο συμβόλαιο συνύπαρξης των Ελλήνων. Ενα συμβόλαιο το οποίο προηγείται του κράτους. Βασική προϋπόθεση, η ανάληψη ευθύνης. Το «εγώ φταίω» γι’ αυτό που έγινε ή το είδα να γίνεται μπροστά στα μάτια μου και δεν έκανα τίποτε.
Το «βάρος»
– Η τέχνη αλλάζει τους ανθρώπους;
– Αν με την τέχνη εννοούμε μια εμπειρία συνάντησης, μπορεί να τους αλλάξει ή να τους κάνει καλύτερους, να πυκνώσει τη συνείδηση, το αίσθημα και ταυτόχρονα να τους κάνει πιο ανάλαφρους. Δηλαδή, μια τέτοια συνάντηση αφαιρεί βάρος από τη ζωή. Με μια έννοια δηλαδή η αλλαγή έχει να κάνει, τελικά, με το τι μπορούμε να πετάξουμε.
Ο «Βαφτιστικός»
Μέγαρο Μουσικής, 23, 26, 27, 28 Οκτωβρίου και 2, 3 Νοεμβρίου 2012. «Βαφτιστικός» του Θεόφραστου Σακελλαρίδη, σε σκηνοθεσία Βασίλη Παπαβασιλείου. Την Καμεράτα, Ορχήστρα των Φίλων της Μουσικής διευθύνει ο Γιώργος Πέτρου. Εμφανίζονται: η σοπράνο Τζίνα Φωτεινοπούλου, η μέτζο Ειρήνη Καράγιαννη, οι τενόροι Γιάννης Χριστόπουλος, Ζάχος Τερζάκης και Δημήτρης Ναλμπάντης. Συμμετέχουν οι ηθοποιοί: Θανάσης Τσαλταμπάσης και Θανάσης Δήμου. Συμπράττει η Χορωδία Δήμου Αθηναίων.

1 σχόλιο:

Νίκος είπε...

........το «εγώ φταίω» γι’ αυτό που έγινε ή το είδα να γίνεται μπροστά στα μάτια μου και δεν έκανα τίποτε.
Πιστεύω η φράση αυτή τα λέει όλα.

Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget

Αναγνώστες