Παρασκευή, 14 Σεπτεμβρίου 2012

Εργασία ώρα μηδέν. Αναίρεση θεσμών θέλει η τρόικα, στον αέρα η ΓΣΕΕ


Της Ελίζας Παπαδάκη, NEA, 13.9.12
Νέες, επώδυνες αλλαγές στους όρους εργασίας τέθηκαν πάλι στο τραπέζι των συζητήσεων με την τρόικα αυτή την εβδομάδα. Μαζί με μια σειρά υποδείξεις, να θεσπισθεί μεγαλύτερη ευελιξία και να μειωθεί περαιτέρω το εργοδοτικό, ειδικότερα το ασφαλιστικό κόστος, οι εκπρόσωποί της επιμένουν απολύτως να αλλάξει το θεσμικό πλαίσιο για τον καθορισμό του κατώτατου μισθού: να μη γίνεται πια μέσα από την εθνική γενική συλλογική σύμβαση εργασίας, την οποία διαπραγματεύεται η ΓΣΕΕ με τις κορυφαίες εργοδοτικές οργανώσεις, αλλά με κυβερνητική νομοθετική ρύθμιση. Στην αλλαγή αυτή έχει δεσμευθεί η Ελλάδα με το τελευταίο Μνημόνιο και ο υπουργός Εργασίας Γιάννης Βρούτσης που τους είδε προχθές δεν την αμφισβήτησε. Για τα υπόλοιπα επιφυλάχθηκε: θα διερευνηθούν λεπτομερειακά από τις δύο πλευρές έως την επόμενη εβδομάδα. Αλλά ενώ πρόκειται για μέτρα που αναστατώνουν τη ζωή πολλών εργαζομένων (επαναφορά εξαημέρου, αύξηση ορίου ηλικίας για τη σύνταξη) ή τους στερούν πόρους (μείωση αποζημιώσεων κατά την απόλυση), η κατάργηση της εθνικής γενικής συλλογικής σύμβασης εργασίας, όπως την ξέραμε ώς τώρα, έχει πολύ ευρύτερη σημασία.
Εκφράζονται ανησυχίες ότι θα υποσκάψει κάθε εργατικό δικαίωμα, στον βαθμό που αναιρεί στην πράξη την κεντρική λειτουργία της Συνομοσπονδίας των εργαζομένων, τη συνολική συλλογική διαπραγμάτευση σε εθνικό επίπεδο. Τον κίνδυνο να καταρρεύσει έτσι ολόκληρο το σύστημα των συλλογικών διαπραγματεύσεων στην Ελλάδα επισήμανε ο γενικός διευθυντής του Διεθνούς Γραφείου Εργασίας (ΔΓΕ) Γκάι Ράιντερ σε πρόσφατη συνέντευξη. Χωρίς άλλωστε να παραγνωρίζει τα προβλήματα στη χώρα μας, στην ίδια τη διαδικασία καθορισμού των μισθών, κατά της κατάργησης της συλλογικής διαπραγμάτευσης και σύμβασης εργασίας σε κεντρικό εθνικό επίπεδο επιχειρηματολογεί αναλυτικά έκθεση που συνέταξε τον περασμένο Νοέμβριο το ΔΓΕ.


Η θεσμική κατοχύρωση των αυτόνομων (από κυβερνητικές ή άλλες έξωθεν παρεμβάσεις) συλλογικών διαπραγματεύσεων μεταξύ εργατικών και εργοδοτικών οργανώσεων για τη σύναψη συλλογικών συμβάσεων εργασίας είναι μία από τις σημαντικότερες κατακτήσεις του εργατικού κινήματος τον 20ό αιώνα διεθνώς. Μέσα από τη διαπραγμάτευση με τους εργοδότες, χρησιμοποιώντας το δικό τους όπλο, την απεργία, τα συνδικάτα πέτυχαν βελτιώσεις μισθών και όρων εργασίας, μειώσεις ωραρίου, δημοκρατικά δικαιώματα, δεσμευτικά για τις επιχειρήσεις. Παράλληλα έδιναν ώθηση στην ανάπτυξη και στη γενικότερη κοινωνική ευημερία. Προϋπόθεση ωστόσο για να κερδίζουν ήταν πάντα να σταθμίζουν σωστά τις οικονομικές συνθήκες και τον συσχετισμό δύναμης με τον αντίπαλο. Οπότε κατέγραψαν και ήττες, ενώ από την έκρηξη της παγκοσμιοποίησης τη δεκαετία του 1990, καθώς κεφάλαια και πλούτος μεταφέρονται σε φτωχότερες χώρες, η δύναμή τους στις προηγμένες δυτικές οικονομίες υποχωρεί, οι συνθήκες της κρίσης και της διογκούμενης ανεργίας τα θέτουν μπροστά σε νέες προκλήσεις: να παλέψουν πρώτα για περισσότερη απασχόληση και για την προστασία των πιο αδύναμων, συνενώνοντας εργατικά συμφέροντα που μοιάζουν να αποκλίνουν.
Ιστορικά ο θεσμός των συλλογικών διαπραγματεύσεων και συμβάσεων λειτούργησε στην Ελλάδα με στρεβλώσεις, χωρίς πραγματική αυτονομία. Το ανώμαλο μετεμφυλιοπολεμικό καθεστώς των συνδικαλιστικών διώξεων και των διορισμένων εργατικών «εκπροσώπων» ακολούθησε τη Μεταπολίτευση κομματικοποίηση των συνδικάτων, κρατικές παρεμβάσεις, ενίοτε φιλεργατικές, που ακύρωναν τον ρόλο τους. (Η αύξηση του κατώτατου μισθού κατά 30% και η καθιέρωση της αυτόματης τιμαριθμικής αναπροσαρμογής - ΑΤΑ - το 1982 ήταν απόφαση της κυβέρνησης Α. Παπανδρέου, το ίδιο και ο «ετεροχρονισμός» της ΑΤΑ που ξαναμείωσε τους μισθούς το 1984, πολύ περισσότερο το σταθεροποιητικό πρόγραμμα 1986-87 όπου καταργήθηκε με δικαστική απόφαση η ανθιστάμενη εκλεγμένη διοίκηση της ΓΣΕΕ και διορίστηκε άλλη, πειθήνια, κ.ο.κ.) Στα πιο ήρεμα χρόνια τής - φαινομενικά - υψηλής ανάπτυξης, μετά την ένταξη στο ευρώ, η ΓΣΕΕ συνομολογούσε με τον ΣΕΒ και τις άλλες εργοδοτικές ενώσεις αυξήσεις του κατώτατου μισθού, αγνοώντας τις επιχειρήσεις που έκλειναν στη μεταποίηση, την επίμονα υψηλή ανεργία, το αυξανόμενο πλήθος μεταναστών αλλά και γηγενών, νέων προπάντων, που δουλεύουν για πολύ χαμηλότερες αμοιβές, μαύρα, ανασφάλιστοι, χωρίς δικαιώματα, αγνοώντας το γεγονός ότι η ίδια μετατρεπόταν σε οργάνωση δημοσίων επιχειρήσεων και τραπεζών, όπως μαρτυρά η σύνθεση της διοίκησής της, ολοένα μακρύτερα από τον ανειδίκευτο εργάτη στο όνομα του οποίου διαπραγματευόταν.

Με τέτοιο παρελθόν η ΓΣΕΕ ούτε που διανοήθηκε να διαπραγματευτεί μειώσεις μισθών - με ανταλλάγματα: διάσωση θέσεων εργασίας, ασφαλιστική κάλυψη, προσλήψεις - τα δύο τελευταία χρόνια, όταν το εθνικό προϊόν πέφτει δραματικά και οι άνεργοι τριπλασιάζονται. Το πράττουν ευτυχώς κλαδικές ομοσπονδίες (τουρισμός, εμπόριο) και επιχειρησιακά σωματεία, διαψεύδοντας ίσως φόβους σαν του Ράιντερ. Διότι η μεγάλη εργατική κατάκτηση των συλλογικών διαπραγματεύσεων και συμβάσεων σε συνθήκες βαθιάς ύφεσης μπορεί να συνεπάγεται μειώσεις για να προστατευτούν οι αδύναμοι και να ανοίξει διέξοδος για όλους. Αλλιώς σαρώνεται...

1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

Ο θεσμός των συλλογικών διαπραγματεύσεων είναι νομοθετημένη ληστεία και μαφιόζικος εκβιασμός. Ο δημιουργικός εργοδότης βρίσκεται στο έλεος μιας συμμορίας άπλυτων χυδαίων λεηλατητών που απλώνουν τα βρωμερά, τριχωτά τους χέρια με τα μαύρα νύχια στο προϊόν της διανοίας του. Θα πρέπει να καταργηθεί ο θεσμός των συλλογικών διαπραγματεύσεων με το κράτος να προστατεύει τον εργοδότη από την αυθαιρεσία και την αδηφαγία των εμψύχων εργαλείων του.

Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget

Αναγνώστες