Πέμπτη, 6 Σεπτεμβρίου 2012

Τα φολκλορικά φεστιβάλ στην εποχή του διαπολιτισμικού διαλόγου και της οικονομικής κρίσης


#ΜΑΡΙΑ ΨΑΡΡΟΥ, Τμήμα Επικοινωνίας, Μέσων και Πολιτισμού Πάντειο Πανεπιστήμιο.

Εισήγηση στο συνέδριο "Διεθνή φεστιβάλ φολκλόρ: η πραγματικότητα - οι προοπτικές του μέλλοντος" που πραγματοποιείται στο πλαίσιο του Διεθνούς φεστιβάλ φολκλόρ της Λευκάδας.

Τα φολκλορικά φεστιβάλ συνιστούν πολιτιστικά γεγονότα με θεματικό άξονα τον λαϊκό πολιτισμό και δη τα μουσικοχορευτικά δρώμενα, με ιδιαίτερη απήχηση στο κοινό και μακρόχρονη ιστορία (δεκαετία του 1920).
Η απαρχή τους μπορούμε να θεωρήσουμε ότι βρίσκεται στην αρχαία Ελλάδα, με τα Παναθήναια, τα Ολύμπια, και τα Διονύσια, να αποτελούν ορισμένες μόνο χαρακτηριστικές περιπτώσεις. Μετά τη δεκαετία του ’80 συντελείται αφενός ραγδαία αύξηση των φεστιβάλ, αφετέρου καταβάλλεται συστηματική προσπάθεια από τις σύγχρονες πόλεις για την αναβάθμιση του ρόλου τους ως προς τη φιλοξενία μεγάλου εύρους πολιτιστικών γεγονότων που συνδυάζεται με υψηλά επίπεδα επενδύσεων σε υποδομές, ανθρώπους, δεξιότητες και προγράμματα. Οι εξελίξεις αυτές συνεπάγονται την εμφάνιση μιας εναλλακτικής μορφής τουρισμού, του Φεστιβαλικού Τουρισμού που θεωρείται το ταχύτερα αναπτυσσόμενο τμήμα της τουριστικής βιομηχανίας.
Έτσι τα φεστιβάλ ανάγονται σε δημοφιλή εργαλεία τουριστικής προώθησης, καθώς αυξάνουν τη ζήτηση για τον τοπικό τουρισμό, επιμηκύνουν την τουριστική περίοδο, συμβάλλουν στην αναμόρφωση της εικόνας ενός τόπου και προβάλλουν προορισμούς που φιλοδοξούν να αναδειχθούν στον παγκόσμιο τουριστικό χάρτη. 
Κι ενώ ομολογουμένως πρόκειται για έναν αναπτυσσόμενο και πολλά υποσχόμενο κλάδο, ελλοχεύει πάντα ο κίνδυνος του καλλιτεχνικού ευτελισμού τους. Για το λόγο αυτό απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή και δη σε περιπτώσεις φεστιβάλ που στηρίζονται σε μια μακρόχρονη πολιτιστική παράδοση προκειμένου να μην πληγεί η σημασία και η καλλιτεχνική τους αξία.
Επιπρόσθετα, τα φολκλορικά φεστιβάλ, χάρη στον ιδιαίτερο χαρακτήρα τους, συμβάλλουν ενεργά στην προώθηση του διαπολιτιτισμικού διαλόγου, καθώς επιτυγχάνουν την εξοικείωση, τη γνώση και την αποδοχή του «διαφορετικού» και επιτρέπουν την θεώρηση του ανθρώπου πίσω από τον «ξένο» και την συνδιαλλαγή μαζί του επί ίσοις όροις. Λόγω δε της γεωγραφικής τους εξάπλωσης, της μακρόχρονης παρουσίας τους ως θεσμών αλλά και της απήχησής τους σε ένα διευρυνόμενο κοινό, φέρνουν κοντά καλλιτέχνες και συμμετέχοντες με διαφορετικά εθνικά υπόβαθρα, συμβάλλοντας στην αμοιβαία κατανόηση, την πολιτισμική ανταλλαγή και τη διακρατική συνεργασία, σε έναν κόσμο πολυμορφίας και οικουμενικότητας. 
Το μέλλον των φεστιβάλ εν μέσω της οικονομικής κρίσης που διανύουμε, δεν φαντάζει ιδιαίτερα ευοίωνο, καθώς τα πολιτιστικά γεγονότα που συνδέονται με εποχές «παχιών αγελάδων» ανήκουν πράγματι στο παρελθόν. Η πρωταρχική, όμως, ανάγκη των φεστιβάλ, για συλλογική δημιουργία και εορτασμό, παραμένει διαχρονική και άσβεστη. Εντείνεται μάλιστα, καθώς οι άνθρωποι αναζητούν διεξόδους από τος άλγος της καθημερινότητας αλλά και τρόπους εκτόνωσης των αρνητικών συναισθημάτων και σκέψεων που αυτή προκαλεί.
Αν αναλογιστούμε δε τη λειτουργία των φεστιβάλ ως καταλυτών της κοινωνικής συνοχής, αλλά και ως μοχλών οικονομικής ανάπτυξης, η οποία μάλιστα είναι βιώσιμη και συνδέεται άρρηκτα με τη δημιουργική οικονομία, προκύπτει ότι υπάρχει ζωτικός χώρος και χρόνος για τα φεστιβάλ στο σύγχρονο κόσμο. Στις δεδομένες συνθήκες, αδήριτη είναι και η ανάγκη για τον ευρηματικό σχεδιασμό τους, την αποτελεσματική τους διοργάνωση και την αξιοποίησή τους ως στρατηγικών εργαλείων για την υλοποίηση διευρυμένων αστικών, περιφερειακών και εθνικών στρατηγικών αλλά και την επίτευξη κοινωνικών, οικονομικών και πολιτιστικών στόχων.

1. Εισαγωγή: Τα Φολκλορικά φεστιβάλ
Οι άνθρωποι, ανεξαρτήτως κουλτούρας και εποχής, αναγνωρίζουν την ανάγκη να αφιερώσουν χρόνο και χώρο για συλλογική δημιουργία και εορτασμό. Τα φεστιβάλ έχουν επί μακρόν αποτελέσει όχημα έκφρασης της στενής σχέσης μεταξύ ταυτότητας και περιοχής (Τurner, 1982:11), λειτουργώντας ως υποδείγματα πολιτιστικού κειμένου (Geertz,1993). Ως εκ τούτου, ο όρος φεστιβάλ χρησιμοποιείται εκατοντάδες χρόνια και καλύπτει ένα μεγάλο εύρος γεγονότων (Bowdin, Allen, O`Toole, McDonnell and Harris, 2006).
Τι συνιστά όμως φολκλορικό φεστιβάλ;
Σύμφωνα με έναν από τους πλέον πρόσφατους ορισμούς, με τον όρο «φεστιβάλ» εννοούμε κάθε συνεκτικό σύνολο συσχετιζόμενων καλλιτεχνικών γεγονότων, που επιδιώκει να μεταφέρει την αίσθηση του εξαιρετικού γεγονότος στην τρέχουσα ροή της πολιτιστικής υπερπαραγωγής (Klaic, 2006:54). 
Ο επιθετικός προσδιορισμός «φολκλορικός» δηλώνει την τεχνητή αναβίωση παραδοσιακών μορφών της λαϊκής τέχνης και του λαϊκού πολιτισμού, που δεν ανταποκρίνονται λειτουργικά στους όρους της σύγχρονης ζωής, αλλά ασκούν μια γοητεία κυρίως στους αστούς και γενικά στον αστικοποιημένο άνθρωπο του σήμερα (Μερακλής, 1989:112).
Συνδυάζοντας τα παραπάνω, διαπιστώνουμε ότι ο όρος «φολκλορικό φεστιβάλ» αναφέρεται σε ένα συνεκτικό σύνολο καλλιτεχνικών γεγονότων που αναπαριστάνει παραδοσιακές μορφές του λαϊκού πολιτισμού, με κυριότερες ανάμεσά τους τα παραδοσιακά μουσικοχορευτικά δρώμενα.
Επιχειρώντας μια σύντομη αναδρομή στην ιστορία των φολκλορικών φεστιβάλ, εντοπίζουμε τις πρώτες διοργανώσεις τη δεκαετία του ’20 στον Καναδά  και ακολούθως στις ΗΠΑ, την Αγγλία και άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Στη χώρα μας, τα πρώτα ψήγματα ανιχνεύονται στις Δελφικές Εορτές του Άγγελου Σικελιανού και της συζύγου του Εύας Πάλμερ. Ο Λευκαδίτης ποιητής επιδιώκωντας να τονίσει τη συνέχεια της πορείας των Ελλήνων δια μέσου των αιώνων αναφέρει χαρακτηριστικά εν έτει 1946: «Ελληνική Ελευθερία: συντελούμενη παντού και πάντα κι ως το τέλος με ρυθμό. Χορός Ζαλόγγου, ο σύγχρονος χορός της τωρινής ηρωικής υπόστασής μας, ο αιώνιος χορός της Ελλάδας!» . Στο πλαίσιο των Δελφικών Εορτών του 1930 παρουσιάζονται κλέφτικοι και εθνικοί χοροί από βοσκούς του Παρνασσού, σε μια προσπάθεια προβολής της συνέχειας της ελληνικής παράδοσης και της γεφύρωσης μεταξύ του νεότερου λαϊκού πολιτισμού και αρχαιοελληνικών ιδεωδών. Στα μέσα της δεκαετίας του ’30 ενεργοποιήθηκε μια στροφή προς τα ανεξάντλητα κοιτάσματα της λαϊκής παράδοσης, ώστε να οικοδομηθεί μια γόνιμη διαλογική σχέση μεταξύ παραδοτέου και μοντέρνου. Ο λαϊκός εξπρεσιονισμός με κύριους εκφραστές τους τον Κάρολο Κουν, το Γιάννη Τσαρούχη και το Λευκαδίτη Διονύσιο Δεβάρη, στηρίχθηκε στην εμβάθυνση στην παράδοση και τον πολιτισμό του Ελληνικού λαού. 
Η Δόρα Στράτου, συνεργάτιδα του Κουν, στις αρχές της δεκαετίας του 1950 και με αφορμή την επίσκεψη ενός ξένου φολκλορικού συγκροτήματος στη χώρα μας, αναλαμβάνει πέρα από το Λύκειο των Ελληνίδων, τη διάσωση και διδασκαλία των παραδοσιακών μας χορών, ενώ ακολουθούν η σύσταση του συγκροτήματος Ελληνικών λαϊκών χορών, οι παραστάσεις και η κατασκευή του υπαίθριου θεάτρου, που καλλιεργούν το έδαφος για την αναπαράσταση παραδοσιακών εθίμων  και παρουσίαση λαϊκών χορών στο κοινό. Ο δε αρχετυπικός χαρακτήρας που ανιχνεύεται ακόμη και σήμερα, σε πολλούς λαϊκούς μας χορούς μάς βοηθά να αισθανθούμε πως η χρυσή κλωστή τους χάνεται σε πανάρχαιους χρόνους , ερμηνεύοντας εύλογα τη διασύνδεση των φολκλορικών φεστιβάλ με τις αρχαίες γιορτές,  όπως τα Ολύμπια,  τα Παναθήναια, τα Δήλια, τα Διονύσια, τα Νέμεα κ.α.
 Μετά το πέρας του Ψυχρού Πολέμου, τα φεστιβάλ αναμόρφωσαν τη γεωγραφία της Ευρώπης σε μια ενιαία και πολυσυλλεκτική πολιτιστική επικράτεια, η οποία εκτείνεται πολύ πιο πέρα από τα σύνορα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και αποτελεί τη ραχοκοκαλιά της διεθνούς πολιτιστικής συνεργασίας (Klaic, 2006:55). Την περίοδο αυτή κάνουν την εμφάνισή τους διάσημα φολκλορικά φεστιβάλ που διατηρούνται ως πολιτιστικοί θεσμοί έως τις μέρες μας, όπως τα περίφημα φεστιβάλ του Zagreb  (1966) και του Billingham  (1965).
Κατά τις δεκαετίες ’60-’70, τα φεστιβάλ καταγίνονται με τον ορισμό της έννοιας του πολιτισμού, αμφισβητώντας τη διακρίση μεταξύ υψηλής τέχνης και μαζικής κουλτούρας και σταδιακά αίροντας τις διαχωριστικές γραμμές μεταξύ αυτών των δύο (Quinn, 2005:930). Οι δυνάμεις που άσκησαν πίεση για επαναπροσδιορισμό των φεστιβάλ, εντάσσονταν στο πλαίσιο ενός κινήματος που επιζητούσε την κοινωνική αλλαγή παράλληλα με τη διαδεδομένη οικονομική ανασυγκρότηση του δυτικού κόσμου (Quinn, 2005:930). 
Στην εποχή της μετανεωτερικότητας που εγκαινιάστηκε τη δεκαετία του ’70, ήρθε στο προσκήνιο η λαϊκή παράδοση διαφόρων γωνιών του πλανήτη, επηρεάζοντας τα καλλιτεχνικά δρώμενα παγκοσμίως. Γίνεται πλέον λόγος περί «πολυ-πολιτισμού», στο πλαίσιο του οποίου αναδεικνύονται οι κατά τόπους κουλτούρες που λειτουργούν ως πηγή έμπνευσης για τους καλλιτέχνες της Δύσης. Είναι, επομένως, δικαιολογημένη η στροφή με ουσιαστικότερο επιστημονικό και καλλιτεχνικό ενδιαφέρον προς τους θησαυρούς της λαϊκής μας κληρονομιάς.
Την περίοδο αυτή (1970) συστήνεται επίσης στη Γαλλία το Διεθνές Συμβούλιο Οργανισμών Φολκλορικών Φεστιβάλ και Λαϊκής Τέχνης (International Council of Organizations of Folklore Festivals and Folk Arts ), μια διεθνής πολιτιστική μη κυβερνητική οργάνωση (ΜΚΟ) υπό την αιγίδα της UNESCO, με αποστολή τη διαφύλαξη, την προώθηση και τη διάδοση της παράδοσης και του λαϊκού πολιτισμού αλλά και τη διοργάνωση υψηλής ποιότητας διεθνών φεστιβάλ παράδοσης και πολιτισμού σε όλο τον κόσμο, μέσω των αντίστοιχων εθνικών τμημάτων.
Με την έλευση του 1980, οι εθνικές και διεθνείς τάσεις που διαμορφώνουν το ρόλο της πολιτιστικής παραγωγής στην κοινωνία αλλάζουν ριζικά. Συνάδουσα με το πνεύμα της αστικής ανάπτυξης, στις αρχές της δεκαετίας αυτής, εμφανίζεται μια τάση που πολλοί χαρακτηρίζουν ως Φεστιβαλοποίηση (Festivalisation), η οποία αντικατοπτρίζει τη συμβολική μετατροπή του δημόσιου χώρου σε χώρο πολιτιστικής κατανάλωσης (Van Elderen, 1997:126). Σπουδαίο ρόλο προς αυτή την κατεύθυνση διαδραμάτισαν οι εξελίξεις στον τομέα της επικοινωνίας και των μεταφορών, η αλματώδης αύξηση του τουρισμού και η αναβάθμιση της παιδείας (Scottish Arts Council, 2006:16).
Στην εκτόξευση αυτή των φεστιβάλ, ελλοχεύει ενίοτε ο κίνδυνος του καλλιτεχνικού ευτελισμού τους. Για το λόγο αυτό, απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή και δη σε περιπτώσεις φεστιβάλ με μακρόχρονη παράδοση, προκειμένου να μην διακυβευτεί η καλλιτεχνική τους αξία, καθώς ορισμένοι θεωρητικοί τείνουν να τα χαρακτηρίζουν ως παρακλάδια της τουριστικής βιομηχανίας (Πατσαλίδης, 1998: 90).

2. Ο φεστιβαλικός τουρισμός
Ο φεστιβαλικός τουρισμός (festival tourism), περιγράφεται ως το φαινόμενο κατά το οποίο επισκέπτες συρρέουν στον τόπο όπου λαμβάνει χώρα κάποιο φεστιβάλ κατά την περίοδο της διεξαγωγής του παρακινούμενοι από αυτό. Συνδέεται δε με την ανάπτυξη της κοινότητας και το ενδιαφέρον για το τοπικό περιβάλλον και θεωρείται βιώσιμη μορφή τουρισμού, καθώς εξ ορισμού επιβάλλει μια ισορροπημένη προσέγγιση (O’ Sullivan & Jackson, 2002:328). 
Τα τελευταία χρόνια, τα φεστιβάλ έχουν ομολογουμένως αναδειχθεί σε έναν από τους ταχύτερα αναπτυσσόμενους τύπους τουριστικών εκδηλώσεων (Crompton & McKay, 1997), δικαιολογώντας το χαρακτηρισμό τους ως τουριστικού καταλύτη (Mohr, Backman, Gahan & Backman, 1993). Οι τουρίστες που επισκέπτονται μια περιοχή για να παρακολουθήσουν κάποιο φεστιβάλ επιζητούν την αναψυχή και καταναλώνουν το «οικείο» ως μορφή τέχνης ή κοινωνικών σχέσεων (Prentice & Andersen, 2005:7-8). Για τους περισσότερους από αυτούς, η καλλιτεχνική αναζήτηση αποτελεί τρόπο συγκρότησης ταυτότητας, τρόπο αναψυχής και συστηματική αναζήτηση όπως η αναζήτηση εργασίας (Stebbins, 1996:948). 
Οι κυριότεροι λόγοι για τους οποίους τα τοπικά φεστιβάλ είναι δημοφιλή ως εργαλεία τουριστικής προώθησης είναι η ικανότητά τους να αυξάνουν τη ζήτηση για τον τοπικό τουρισμό (Smith & Jenner,1998) και η συμβολή τους στην αναμόρφωση της εικόνας ενός τόπου και την προβολή ενός προορισμού που φιλοδοξεί να αναδειχθεί στον τουριστικό χάρτη (Kotler, Haider & Rein,1993). Επιπρόσθετα, η στρατηγική τοποθέτηση ενός φεστιβάλ στο τοπικό τουριστικό ημερολόγιο μπορεί να συμβάλει στην επιμήκυνση της τουριστικής περιόδου (Getz,1997). Λειτουργούν, επίσης, ως μοναδικοί τουριστικοί πόλοι έλξης μιας και η ανάπτυξης τους δεν θεωρείται κοστοβόρα, αλλά η επιτυχία τους εξαρτάται περσσότερο από τoν ενθουσιασμό της τοπικής κοινωνίας και των διοργανωτών παρά από σπάνια φυσικά ή τεχνητά θέλγητρα (Getz,1993, Janiskee, 1994, Turko & Kelsey, 1992).

3. Ο διαπολιτισμικός διάλογος
Τα φολκλορικά φεστιβάλ, χάρη στον ιδιαίτερο χαρακτήρα τους, συμβάλλουν ενεργά στην προώθηση του διαπολιτιτισμικού διαλόγου, καθώς επιτυγχάνουν την εξοικείωση, τη γνώση και την αποδοχή του «διαφορετικού» και επιτρέπουν την θεώρηση του ανθρώπου πίσω από τον «ξένο» και την επί ίσοις όροις συνδιαλλαγή. Λόγω δε της γεωγραφικής τους εξάπλωσης, της μακρόχρονης παρουσίας τους ως θεσμών αλλά και της απήχησής τους σε ένα διευρυνόμενο κοινό, φέρνουν κοντά καλλιτέχνες και συμμετέχοντες με διαφορετικό εθνικό υπόβαθρο, συμβάλλοντας στην αμοιβαία κατανόηση, την πολιτισμική ανταλλαγή και τη διακρατική συνεργασία, σε έναν κόσμο πολυμορφίας και οικουμενικότητας. 
Στο σημερινό παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον, η εξασφάλιση της πρόσβασης στα πολιτιστικά δρώμενα και ο αλληλοσεβασμός μεταξύ διαφορετικών πολιτισμικών ομάδων συνιστούν πρωταρχικά ανθρώπινα δικαιώματα. Η προαγωγή της πολιτισμικής πολυμορφίας, η προώθηση της κοινωνικής συνοχής, η τόνωση της δημιουργικής οικονομίας και η ενίσχυση της εξωστρέφειας συνιστούν οφέλη που απορρέουν από τον διαπολιτισμικό διάλογο, γεγονός που δικαιολογεί την ανακήρυξη του 2008 ως Ευρωπαϊκού έτους διαπολιτισμικού διαλόγου .
Σύμφωνα με την εθνική στρατηγική για το έτος διαπολιτισμικού διαλόγου, ο πολιτισμός μπορεί να χρησιμεύσει ως γέφυρα και ως βήμα διαλόγου :
α) μεταξύ της ελληνικής κοινωνίας και των κοινωνιών άλλων χωρών (Ευρωπαίοι εταίροι, γειτονικές χώρες, τρίτες χώρες), η οποία συμβάλλει στην άρση προκαταλήψεων και καχυποψίας, στη διάψευση παγιωμένων και μηχανικά αναπαραγόμενων στερεότυπων, στην οικοδόμηση αμοιβαίας εμπιστοσύνης και εκτίμησης και, άρα στην πρόληψη αντιπαραθέσεων και εντάσεων. Καλλιεργείται έτσι γόνιμο έδαφος συνεργασίας σε όλα τα επίπεδα (πολιτικό, κοινωνικό, οικονομικό, επιστημονικό, τεχνολογικό, περιβαλλοντικό κ.ο.κ.).
β) μεταξύ των διαφορετικών ομάδων των οποίων η συμβίωση διαμορφώνει τη σύγχρονη ελληνική κοινωνία (μετανάστες, μουσουλμάνοι Θράκης, κοινότητα Ελλήνων Ρομά, Εβραϊκές Κοινότητες), συμβάλλοντας ουσιαστικά στην ανάπτυξη της αυτοεκτίμησης, στη βελτίωση της επικοινωνίας, στη διασφάλιση της ειρηνικής συνύπαρξης, στην αμοιβαία, γόνιμη απορρόφηση διαφορετικών πολιτισμικών χαρακτηριστικών και στην εν γένει αναβάθμιση της ποιότητας ζωής των ατόμων και του συνόλου.

4. Η οικονομική κρίση
Το 2011 σηματοδοτεί μια νέα περίοδο για τα ελληνικά φεστιβάλ, η οποία χαρακτηρίζεται από αβεβαιότητα, οικονομική δυσχέρεια και πολιτική δυστοκία που απορρέουν από την οικονομική κρίση αλλά και την αναδιάρθρωση της τοπικής αυτοδιοίκησης (υποχρεωτική συγχώνευση στα νομικά πρόσωπα των OTA και μεταβολή του θεσμικού πλαισίου βάσει του Προγράμματος «Καλλικράτης»), που καθιστούν επιτακτική την ανάγκη για δυναμικές πρωτοβουλίες σε επίπεδο μάρκετινγκ καθώς επίσης υπαγορεύουν μείωση της εξάρτησης από δημόσιους και δημοτικούς προϋπολογισμούς, αλλά και χρήση περιορισμένων ανθρώπινων πόρων.
Αποκαλυπτική είναι έρευνα που πραγματοποιηθήκε το 2010 με σκοπό την καταγραφή των επιδράσεων της οικονομικής κρίσης της περιόδου 2007-2009 στον τομέα των φεστιβάλ και την αποτύπωση των προκλήσεων που καλούνται να αντιμετωπίσουν οι διοργανωτές αλλά και των στρατηγικών που πρέπει να χαράξουν προκειμένου να αντιπαλέψουν την ύφεση. Από τα ευρήματά της προκύπτουν τα ακόλουθα συμπεράσματα:
Η παρατηρούμενη μείωση του οριακού κέρδους των φεστιβάλ αποδίδεται στην περιστολή των χορηγιών, στην αύξηση του κόστους παραγωγής και σε γενικότερες επιπτώσεις της οικονομικής ύφεσης σε όλες τις πηγές εσόδων. Για τις δε ελάχιστες περιπτώσεις φεστιβάλ των οποίων το οριακό κέρδος αυξήθηκε, κρίσιμο ρόλο διαδραματίζουν οι χορηγίες. Αποδεικνύεται, δηλαδή, ότι η προσέλκυση χορηγών είναι ζήτημα πρωταρχικής σημασίας κατά τη διάρκεια της ύφεσης.
Κάθε οικονομικός προγραμματισμός που αφορά στα έσοδα από μελλοντικές διοργανώσεις, οφείλει να είναι συντηρητικός λόγω της συνεχιζόμενης οικονομικής αβεβαιότητας. Προκρίνεται για το λόγο αυτό, πέραν της διασφάλισης των χορηγιών, η διεύρυνση των πηγών εσόδων προκειμένου τα φεστιβάλ να ανταποκριθούν στις δύσκολες οικονομικές συνθήκες.
Η κεντρική διοίκηση και η τοπική αυτοδιοίκηση αναμένεται να επαναπροσδιορίσει τη διάθεση των περιορισμένων της πόρων για την κάλυψη άμεσων αναγκών, όπως η δημιουργία θέσεων εργασίας και η κατασκευή δημόσιων υποδομών, με άμεσο επακόλουθο την περιστολή της χρηματοδότησης των φεστιβάλ. Κατά συνέπεια, η ανάπτυξη ισχυρής πολιτικής υποστήριξης για τα φεστιβάλ ως υπηρεσίας που απευθύνεται στους πολίτες και αποβλέπει στην ενίσχυση της συνολικής ποιότητας ζωής και την αναβάθμιση του τόπου, είναι καθοριστική για τους φορείς διοργάνωσης των φεστιβάλ.
Παράγοντας – κλειδί για την επιβίωση στον καιρό της ύφεσης και τη μελλοντική ανάπτυξη των φεστιβάλ θεωρείται η ένταση των προσπαθειών στο μάρκετινγκ. Περαν των παραδοσιακών μεθόδων μάρκετινγκ, η αξιοποίηση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης θεωρείται αποτελεσματικό εργαλείο στην παρούσα οικονομική συγκυρία αλλά και στο μέλλον, καθώς τα τελευταία αναγνωρίζονται ευρέως ως κανάλι αμφίδρομης επικοινωνίας με σχετικά χαμηλό κόστος και με μεγάλη διείσδυση στο κοινό (Lee & Goldblatt,2012:142-146). 
Από τα παραπάνω προκύπτει ότι στην παρούσα οικονομική συγκυρία, τα φεστιβάλ καλούνται να αναπτύξουν στρατηγικές για τη βέλτιστη διαχείριση των ανθρώπινων, χρηματοοικονομικών, υλικών και άυλων πόρων τους που θα τους επιτρέψει τη βιωσιμότητά τους αλλά και τη μελλοντική τους ανάπτυξη. Επιβεβλημένη είναι και η αναζήτηση νέων δομών και πρακτικών που μπορεί να οδηγήσει στην καινοτομία και να τους εξασφαλίσει καλλιτεχνικό και διαχειριστικό προβάδισμα. 
Οι διευρυμένες συνεργασίες με φορείς του δημόσιου, του ιδιωτικού και του τρίτου τομέα, η δικτύωση με άλλα φεστιβάλ και ενώσεις φεστιβάλ για ανταλλαγή τεχνογνωσίας και ενημέρωση για ευκαιρίες ανάπτυξης, η αξιοποίηση τεχνολογικών επιτευγμάτων αλλά και η παρατήρηση των βέλτιστων πρακτικών σε διεθνές επίπεδο, θα μπορούσαν να αποτελέσουν ορισμένα πρώτα βήματα προς αυτή την κατεύθυνση. 
Ζητούμενο όμως παραμένει η ανασκόπηση των φεστιβάλ ως θεσμών και η εναρμόνισή τους με τις στρατηγικές των πόλεων που τα φιλοξενούν ώστε να επιτυγχάνονται τα μεγαλύτερα δυνατά οφέλη σε τοπικό επίπεδο. Τα φεστιβάλ εξάλλου δεν αποτελούν απλώς στοιχεία του πολιτιστικού προφίλ μιας πόλης, αλλά εντάσσονται στο οπλοστάσιό της για τη θεμελίωση της νέας της εικόνας και τη διαφοροποίησή της σε έναν όλο και πιο ανταγωνιστικό κόσμο (Quinn, 2005:927). Αποτελούν καταλύτες της αστικής ανανέωσης και θεωρούνται ικανά να προσελκύουν τουρίστες και επενδυτικά κεφάλαια, να εμπλουτίζουν την εικόνα της πόλης και να δημιουργούν νέες θέσεις εργασίας. 
Για τους λόγους αυτούς, τα φεστιβάλ αξιοποιούνται στο πλαίσιο του city branding (Hankinson 2001, Anholt 2002, Rainisto 2003, Parkerson, Saunders 2004), με το οποίο επιτυγχάνονται στρατηγικά πλεονεκτήματα που συνεπάγονται αύξηση των επενδύσεων και του τουρισμού, καθώς επίσης κοινωνική ανάπτυξη,  ενίσχυση της τοπικής ταυτότητας, σύνδεση των πολιτών με την πόλη και ενεργοποίηση όλων των κοινωνικών δυνάμεων με σκοπό την αποφυγή του κοινωνικού αποκλεισμού και κοινωνικών συγκρούσεων (Kavaratzis, 2004:70).

5. Το Διεθνές Φεστιβάλ ΦολκλόρΛευκάδας 
5.1 Ιστορικό
Το Διεθνές Φεστιβάλ Φολκλόρ της Λευκάδας, μισό αιώνα μετά την ίδρυσή του το 1962, προωθεί αδιάλειπτα την ιδέα της ειρήνης, της φιλίας, της συναδέλφωσης αλλά και της αλληλεγγύης των λαών του κόσμου, μέσα από τις λαϊκές μορφές τέχνης του χορού και της μουσικής, μέσα από τις πλούσιες παραδόσεις και τους λαϊκούς κώδικες έκφρασης και επικοινωνίας. Συνιστά δε τον παλιότερο πολιτιστικό θεσμό της χώρας με θεματικό προσανατολισμό το χορό και τη μουσική και τη λαϊκή κληρονομιά. 
Η διοργάνωσή του αποτέλεσε πρωτοβουλία εθελοντών με όραμα για την πολιτιστική ανάπτυξη του νησιού που είχαν την πλήρη ευθύνη κατά τα τέσσερις πρώτες διοργανώσεις (1962-1965) (Σύλλογος Λευκαδίων, Ορφεύς Λευκάδας, Δήμος Λευκάδας, Επιφανείς Λευκαδίτες). Τέτοιες ενέργειες στο δημόσιο χώρο, συνδέονται με την αναγέννηση της τοπικής δημοκρατίας και τη συγκρότηση μιας κοινοτικής ταυτότητας (Stevenson, 2007:169), κυρίως λόγω της συμμετοχής στα τεκταινόμενα, της προαγωγής του διαλόγου και της ενδυνάμωσης των κοινωνικών δεσμών. Η παρουσία εξάλλου ενός ισχυρού «πολιτικού πολιτισμού» (Montgomery, 1990), θεωρείται απαραίτητο στοιχείο για τη δημοκρατική διακυβέρνηση και τη διάπλαση ενεργών δημοτών, οι οποίοι δεν αρκούνται στο να παραμένουν απλοί θεατές και αποδέκτες των κοινωνικών και πολιτικών δρωμένων, αλλά διαμορφώνουν με τη δράση τους τα τεκταινόμενα στην πόλη τους (Bianchini & Bloomfield, 1996, Ghilardi, 2001). 
Η σκυτάλη της διοργάνωσης δόθηκε στον Ελληνικό Οργανισμό Τουρισμού (1966-1967), ο οποίος ενδεχομένως διέβλεψε τη δυναμική του θεσμού, για να ακολουθήσει ο Δήμος Λευκάδας (1968-1973 και 1975-1978), έως τη σύσταση του Πνευματικού Κέντρου, περίοδο κατά την οποία μετατοπίζεται η εθελοντική διαθεσιμότητα στην τοπική αυτοδιοίκηση, με αποτέλεσμα να συντελείται ένα είδος «εκτατικής πολιτιστικής ανάπτυξης» στον τομέα των φεστιβάλ (Ιωαννίδης, 2010:194). 
Από το 1979 έως σήμερα, φορέας διοργάνωσής του είναι το Πνευματικό Κέντρο του Δήμου Λευκάδας. Η δε σύνθεση του διοικητικού του συμβουλίου, με πρόεδρο το Δήμαρχο της πόλης καταδεικνύει την άμεση σχέση του με το Δήμο, στο πλαίσιο της προσπάθειας αποκέντρωσης που ξεκίνησε την δεκαετία του 1980 με τη σύσταση πνευματικών κέντρων ως νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (Χαμπούρη - Ιωαννίδου, 2002:22). Η διατήρηση της διοικητικής αυτοτέλειας του Πνευματικού Κέντρου ως εξαίρεσή λόγω της πολύπλευρης προσφοράς του από την υποχρεωτική από τον Καλλικράτη συγχώνευση των δημοτικών νομικών προσώπων, αδιαμφισβήτητα αποτελεί θετικό στοχείο για την εύρυθμη διοργάνωση του φεστιβάλ , παρά την παρατηρούμενη έλλειψη σε μόνιμο προσωπικό.

5.2 Σύγχρονο προφίλ 
Το φεστιβάλ λαμβάνει χώρα την τελευταία εβδομάδα του Αυγούστου, ξεκινώντας με την μεγάλη παρέλαση της ειρήνης και της φιλίας, την βραδινή τελετή έναρξης, τις εμφανίσεις των συμμετεχόντων κατά τη διάρκεια της εβδομάδας και κορυφώνεται με την τελετή λήξης, τις ανταλλαγές δώρων και τον τελικό χορό της ειρήνης με τη συμμετοχή όλων των συγκροτημάτων . Το φεστιβάλ παρέχει σημαντικές δυνατότητες για αυτο-έκφραση, επικοινωνία, διασκέδαση και νέες εμπειρίες, τόσο για τους κατοίκους όσο και για τους επισκέπτες της πόλης, (Getz, 1993, Uysal et al., 1993, Formica & Murmann, 1997, μέσα από το πρόγραμμά του. 
Στο Διεθνές Φεστιβάλ Φολκλόρ της Λευκάδας κατά τις 5 αυτές δεκαετίες έχουν συμμετάσχει εκατοντάδες συγκροτήματα από χώρες του εξωτερικού καθώς και από τη χώρα μας. Λαμβάνοντας υπ’ όψιν ότι κάθε χρόνο οι συμμετέχοντες καλλιτέχνες πλησιάζουν τους 500 ξένους χορευτές και μουσικούς και τους 300 Λευκαδίτες, ο συνολικός αριθμός είναι ιδιαίτερα υψηλός . 
Η τοπική υπερηφάνεια ενισχύεται λόγω του φεστιβάλ, καθώς ανανεώνει περιοδικά τη ζωή της πόλης, εξυμνεί την ταυτότητα της περιοχής και επικυρώνει τους θεσμούς της (Falassi, 1987:3). Έτσι, διαφορετικές κοινωνικές ομάδες έρχονται σε επαφή με αφορμή το φεστιβάλ και το αναγνωρίζουν ως κοινό τους τόπο. Αγκαλιάζεται μάλιστα ενεργά από τους κατοίκους του νησιού, καθώς στη διοργάνωση συμμετέχουν δεκάδες νέες και νέοι της Λευκάδας ως διερμηνείς, συνοδοί και ξεναγοί.
Το φεστιβάλ Φολκλόρ Λευκάδας που τελεί υπό την αιγίδα της UNSESCO και του Υπουργείου Παιδείας, Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού, προβάλλει το τουριστικό προϊόν όχι μόνο του νησιού αλλά και εν γένει των Ιονίων Νήσων, προάγοντας μάλιστα το θεματικό τουρισμό. Για του λόγους αυτούς  επιχορηγείται από την Περιφέρεια Ιονίων Νήσων . Το συνολικό κόστος της φετινής του διοργάνωσης εκτιμάται ότι ανέρχεται στα 150.000 ευρώ . Ευθυγραμμίζεται δε με το όραμα για την αναπτυξιακή προοπτική της περιοχής και υπάγεται στον ειδικό στόχο για την περίοδο 2012-2014 «Ανάδειξη του πολιτιστικού αποθέματος και στήριξη της σύγχρονης πολιτιστικής δημιουργίας»  .
Προς το παρόν δεν είναι διαθέσιμες μελέτες που να αφορούν στις επιπτώσεις του φεστιβάλ στην οικονομική ανάπτυξη του νησιού, την απασχόληση, τον τουρισμό, και την προώθηση της Λευκάδας του ως επώνυμου προορισμού (city branding), καθώς επίσης μελέτες για τη συμβολή του φεστιβάλ στην προώθηση της κοινωνικής συνοχής και του διαπολιτισμικού διαλόγου, που θα μας επέτρεπαν να συνάγουμε χρήσιμα συμπεράσματα.

5.3 Προκλήσεις και προοπτικές 
Το Διεθνές Φεστιβάλ Φολκλόρ της Λευκάδας, με τη συμπλήρωση 50 ετών από την ίδρυσή του, εγκαινιάζει έναν νέο κύκλο, τον οποίο καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό η αναγκαιότητα για διαπολιτισμικό διάλογο και η οικονομική ύφεση. Το περιβάλλον αυτό υπαγορεύει και την αναπροσαρμογή της στρατηγικής του ώστε να παραμείνει ένας ζωντανός πολιτιστικός θεσμός με ιδιαίτερη θέση στην καρδιά του κοινού του νησιού, του Ιονίου, της Ελλάδας αλλά και του κόσμου.
Η βέλτιστη διαχείριση των ανθρώπινων, χρηματοοικονομικών, υλικών και άυλων πόρων είναι εκ των ων ουκ άνευ, ενώ σημείο αναφοράς θα πρέπει να αποτελεί η καινοτομία σε κάθε πτυχή της διοργάνωσης και της καλλιτεχνικής πρότασης. Η επαναξιολόγηση όλων των σταδίων διοργάνωσης του φεστιβάλ και η αναζήτηση βέλτιστων πρακτικών θα παραμένει ζητούμενο για κάθε φορέα που επιζητά την ανάπτυξη, ενώ η λογική της συνέργιας μπορεί να φανεί άκρως αποτελεσματική σε περιόδους σαν κι αυτή που διανύουμε.
Η στοχευμένη και ολοκληρωμένη προβολή του φεστιβάλ σε εθνικό αλλά και διεθνές επίπεδο ως κεντρικού στοιχείου της ταυτότητας της Λευκάδας και η εξασφάλιση του κόστους παραγωγής του από εθνικούς πόρους, ευρωπαϊκά προγράμματα και χορηγίες, θα καθορίσουν σε μεγάλο βαθμό την πορεία του στο μέλλον.
Στην παρούσα φάση κρίνεται σκόπιμη, η σύσταση μιας ομάδας εργασίας που θα αναλάβει την αξιολόγηση του φεστιβάλ ως θεσμού, μέσα από εκτεταμένες έρευνες κοινού, επιδράσεων του φεστιβάλ στην κοινωνική και οικονομική σφαίρα, αλλά και διερεύνηση της φεστιβαλικής αγοράς εν γένει προκειμένου να χαραχθεί μια στρατηγική που θα διασφαλίσει τη συνέχεια και αναβάθμισή του. Το συνέδριο που πραγματοποιήθηκε με αφορμή τη συμπλήρωση των 50 ετών από την ίδρυσή του, συνιστά πράγματι ένα αξιόλογο πρώτο βήμα προς αυτή την κατεύθυνση.

6. Συμπεράσματα
Για μια μεγάλη μερίδα των διοργανωτών, το μέλλον των φεστιβάλ εν μέσω της οικονομικής κρίσης που διανύουμε, δεν φαντάζει ιδιαίτερα ευοίωνο, καθώς τα πολιτιστικά γεγονότα που συνδέονται με εποχές «παχιών αγελάδων» ανήκουν πράγματι στο παρελθόν. 
Η πρωταρχική, όμως, ανάγκη των φεστιβάλ, για συλλογική δημιουργία και εορτασμό, παραμένει διαχρονική και άσβεστη. Εντείνεται μάλιστα, καθώς οι άνθρωποι αναζητούν διεξόδους από τος άλγος της καθημερινότητας αλλά και τρόπους εκτόνωσης των αρνητικών συναισθημάτων και σκέψεων που αυτή προκαλεί.
Αν αναλογιστούμε δε τη λειτουργία των φεστιβάλ ως καταλυτών της κοινωνικής συνοχής, αλλά και ως μοχλών οικονομικής ανάπτυξης, η οποία μάλιστα είναι βιώσιμη και συνδέεται άρρηκτα με τη δημιουργική οικονομία, προκύπτει εύλογα ότι υπάρχει ζωτικός χώρος και χρόνος για τα φεστιβάλ στο σύγχρονο κόσμο. Στις δεδομένες συνθήκες, αδήριτη είναι και η ανάγκη για τον ευρηματικό σχεδιασμό τους, την αποτελεσματική τους διοργάνωση και την αξιοποίησή τους ως στρατηγικών εργαλείων στο πλαίσιο αστικών, περιφερειακών και εθνικών στρατηγικών αλλά και την επίτευξη κοινωνικών, οικονομικών και πολιτιστικών στόχων.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget

Αναγνώστες