Πέμπτη, 31 Ιουλίου 2014

4 μεγάλες αλήθειες στην «Αυγή»


Του Σπύρου Βλέτσα, Athnes Voice

Mε ιδιαίτερο ενδιαφέρον και συχνά με έκπληξη αντιμετωπίστηκε στο χώρο των μέσων κοινωνικής δικτύωσης ένα κείμενο με τίτλο «Αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου, αλλιώς τελειώσαμε οριστικά...» που δημοσιεύτηκε στις 18-7 στην εφημερίδα «Αυγή» Ο συντάκτης του κειμένου, που υπογράφει με το ψευδώνυμο Μακμάκ, αναφέρεται, μεταξύ άλλων, σε τέσσερις αλήθειες οι οποίες θα έπρεπε να είναι αυτονόητες, αλλά δυστυχώς δεν είναι:
1. Ο καπιταλισμός δεν είναι σε κάθε χώρα ακριβώς ίδιος. Οι ολιγάρχες και το διεφθαρμένο πελατειακό κράτος που βλέπουμε στην Ελλάδα είναι η εξαίρεση και όχι ο κανόνας στον ανεπτυγμένο δυτικό κόσμο.
2. Αντίθετα με ό,τι κάποιοι εσφαλμένα νομίζουν, ο κοινωνικός πλούτος και η ευημερία οφείλονται στην παραγωγή αγαθών και υπηρεσιών και όχι στην κατανάλωσή τους. Σε συνθήκες μάλιστα αδυναμίας δανεισμού όπως τώρα, ο πλούτος που θα καταναλώνεται θα είναι περίπου ίδιος με αυτόν που παράγεται, είτε μας αρέσει είτε όχι.
3. Ο δημόσιος τομέας παράγει και αυτός πλούτο εκτός από τον ιδιωτικό. Παράγει πλούτο, όχι βέβαια επειδή οι δημόσιοι υπάλληλοι ξοδεύουν τον μισθό τους στα μαγαζιά, αλλά στον βαθμό που παρέχει υποστηρικτικές υπηρεσίες στο κοινωνικό σύνολο. Το πελατειακό κράτος και οι αργομισθίες δεν παράγουν πλούτο, αλλά αφαιρούν.


4. Μείωση της ανεργίας με μαζικούς διορισμούς στο Δημόσιο δεν γίνεται να υπάρξει στις σημερινές συνθήκες. Το λεφτόδεντρο ξεράθηκε.
Οι παραπάνω επισημάνσεις χτυπούν στο επίκεντρο μιας μεγάλης παρεξήγησης γύρω από την διάρθρωση την ελληνικής οικονομικής κρίσης και τον τρόπο εξόδου από αυτή. Με πρώτους διδάξαντες, κατά την προεκλογική περίοδο του 2009, τον Γιώργο Παπανδρέου και την τότε αρμόδια του κόμματός του για την οικονομία Λούκα Κατσέλη η διατήρηση της κατανάλωσης με την επιδότησή της από το δημόσιο ταμείο αναδείχτηκε σαν μια ισχυρή συνταγή για την αντιμετώπιση της κρίσης:
«Αν σήμερα παγώσουμε τους μισθούς θα παγώσουμε την αγορά, αν αυξήσουμε τους φόρους στη μεσαία τάξη, θα μειώσουμε την αγοραστική της δύναμη, θα βαθύνουμε την ύφεση, θα μειώσουμε τα έσοδα του κράτους και θα επέλθει ο φαύλος κύκλος της κατάρρευσης.»
Αυτά έλεγε ο Γιώργος Παπανδρέου στην ομιλία του στη Δ.Ε.Θ το Σεπτέμβριο του 2009 και από πρώτη άποψη θα μπορούσε να αισθάνεται έως και δικαιωμένος για τις προβλέψεις του. Ακολουθήθηκε, από τον ίδιο, η συνταγή που κατήγγειλε και τα αποτελέσματα είναι όσο αρνητικά τα περιέγραφε. Όμως, η ύφεση ξεκίνησε από το 2008 και το 2009 έφθασε στο 3,5% παρότι το ελληνικό κράτος έριξε με διάφορους τρόπους στην αγορά τα περισσότερα από τα 36 δισ. που δανείστηκε τη χρονιά εκείνη. Η καταστροφή ήταν ήδη παρούσα, ακριβώς σε αυτό που ο Γ. Παπανδρέου υποσχέθηκε ότι θα συνεχίσει, στην κατανάλωση με δανεικά. Οι δε φόροι, συμπληρώνουν τα δάνεια για να συντηρούν το ελληνικό κράτος, (χωρίς μέχρι σήμερα ούτε ένα ευρώ να έχει πάει στους… καταραμένους τοκογλύφους) και είναι τουλάχιστον υποκριτικό κάποιος να αρνείται τους φόρους, θέλοντας όμως να διατηρήσει τις αντιπαραγωγικές δομές και τα προνόμια που αυτοί χρηματοδοτούν.
Το πρόβλημα της Ελλάδας δεν ήταν η χαμηλή ζήτηση, για την οποία ο Κέυνς πρότεινε ενίσχυση της κατανάλωσης με σκοπό το ξεπέρασμα της κρίσης του 1929. Η ιδιωτική κατανάλωση έφθασε το 72% του ΑΕΠ το 2008, το υψηλότερο ποσοστό στην Ευρώπη των 27, αυξανόμενη κατά την προηγούμενη δεκαετία με μέσο όρο 3.7% ετησίως. Μάλιστα η Ελλάδα ξεπέρασε σε αυτό το μέγεθος και τις Ηνωμένες Πολιτείες. Μόνο που στην Αμερική η κατανάλωση τροφοδοτείται από τον υπερδανεισμό των νοικοκυριών της, ο οποίος είναι πολλαπλάσιος των αντίστοιχων ελληνικών. Στην Ελλάδα, αντί για τα νοικοκυριά, δανειζόταν το κράτος, μοίραζε τα χρήματα στους πολίτες -άδικα και αντιπαραγωγικά- και αυτά κατέληγαν στις εισαγωγές, που επίσης αυξάνονταν ραγδαία. Και μετά χρειαζόταν νέα δάνεια.
Ούτως ή άλλως χωρίς τα δανεικά η ενίσχυση της κατανάλωσης ήταν αδύνατη και έτσι αποκαλύφθηκαν τα παραγωγικά και ανταγωνιστικά μειονεκτήματα της ελληνικής οικονομίας. Ο πολιτικός διάλογος στη χώρα μας παραβλέπει αυτό το κρίσιμο ζήτημα και εξαντλείται στην αντιπαράθεση για το πώς θα επανέλθουν διάφορες παροχές και προνόμια. Χωρίς ανταγωνιστική παραγωγή και επενδύσεις δεν πρόκειται να ξαναβρούν δουλειά οι άνεργοι, δεν πρόκειται να απορροφηθούν οι πτυχιούχοι, δεν πρόκειται να αυξηθούν τα εισοδήματα.
Στην Ελλάδα η πολιτική, αντί να έχει έναν παιδαγωγικό χαρακτήρα, εξηγώντας στους πολίτες την πολυπλοκότητα των προβλημάτων και των λύσεων, κάνει ακριβώς το αντίθετο, συσκοτίζει και παραπλανά . Όποιος βρίσκεται στην αντιπολίτευση διατείνεται ότι κατέχει ανώδυνες λύσεις, τις οποίες βεβαίως ξεχνάει μόλις βρεθεί στην εξουσία. Σε αυτό το πλαίσιο χρησιμοποιείται η θεωρία του Κέυνς ως όχημα εξαπάτησης των ψηφοφόρων, καθώς δίνει ένα θεωρητικό άλλοθι στη συνήθη παροχολογία των κομμάτων. Έτσι ακούσαμε: Όχι απλώς θα σας μοιράσουμε χρήματα, αλλά με αυτόν τον τρόπο θα ξεπεράσουμε και την κρίση. ( Αναλυτικά στο κείμενό μου «Οι τρείς ταφές του “λεφτά υπάρχουν»)
Η εξάρτηση μεγάλου μέρους των πολιτών, άμεσα ή έμμεσα, από το δημόσιο έχει δημιουργήσει ένα ευνοϊκό ακροατήριο για τέτοιους ισχυρισμούς. Αυτός είναι ένας λόγος για την αδιαφορία της πλειονότητας των συμπολιτών μας για τα κρίσιμα οικονομικά ζητήματα και η άρνησή της να δεχτεί τη σημασία της παραγωγικής διαδικασίας. Πολλοί, νομίζουν ότι ανάπτυξη έρχεται με υπουργικές αποφάσεις και δεν μπορούν να δουν ότι η ευημερία τους εξαρτάται από τις επενδύσεις και την ανταγωνιστικότητα.
Μετά τον Γιώργο Παπανδρέου και τον Αντώνη Σαμαρά, ο Αλέξης Τσίπρας παρέλαβε τη σκυτάλη των εύκολων λύσεων. Το κόμμα της αριστεράς δεν βλέπει στην χρεοκοπημένη Ελλάδα κανένα προνόμιο, που θα πρέπει να περικοπεί, όσο άδικο και προκλητικό κι αν είναι. Όλες οι αναπροσαρμογές θα γίνουν προς τα πάνω. Οι χαμηλές συντάξεις θα αυξηθούν, χωρίς να μειωθούν εκείνες των ευγενών ταμείων. Και τίποτε από αυτά δεν εξαρτάται από την πορεία της πραγματικής παραγωγικής οικονομίας. Κάπως έτσι ένα αριστερό κόμμα βάζει την κατανάλωση να προηγείται της παραγωγής.
Η κατανάλωση δεν είναι κακή, μάλιστα μπορεί να ενταχθεί στην προσπάθεια του σύγχρονου ανθρώπου να διαμορφώσει την προσωπική του ταυτότητα. Θα πρέπει να αναλύεται ως κοινωνικό φαινόμενο, αλλά δεν θα πρέπει να απορρίπτεται, αρκεί να τηρούνται οι προϋποθέσεις της προστασίας του περιβάλλοντος και του σεβασμού της κοινωνικής συμβίωσης. Όμως, η κατανάλωση πάντα ακολουθεί την παραγωγή. Αν το ελληνικό κράτος είχε χρήματα ή μπορούσε να δανειστεί, θα έπρεπε να τα κατευθύνει σε παραγωγικές επενδύσεις, που θα δημιουργούσαν απασχόληση, και όχι να επιδοτήσει την κατανάλωση, ενισχύοντας ουσιαστικά ξένες εξαγωγικές οικονομίες, με πρώτη τη Γερμανική.
Παλιότερα η αριστερά ενοχοποιούσε ηθικολογικά την κατανάλωση και προτιμούσε να υιοθετεί έναν κάπως ασκητικό τρόπο ζωής. Από αυτή τη συντηρητική στάση πέρασε πλέον σε μια ακόμη πιο συντηρητική. Ακολουθώντας τους νεόκοπους οπαδούς της από το δημόσιο τομέα, οι οποίοι είχαν συνηθίσει το κράτος των δανεικών σαν πάροχο ευημερίας, έγινε ο υπερασπιστής της κατανάλωσης χωρίς παραγωγή. Η εξωφρενική αυτή αντίληψη αποδεικνύεται συνταγή επιτυχίας, ακριβώς επειδή είναι προσαρμοσμένη στις ανάγκες του ακροατηρίου. Μέσα σε αυτή την ωραία ατμόσφαιρα έχουν τεράστια σημασία οι αυτονόητες επισημάνσεις του αρθρογράφου της «Αυγής», λειτουργώντας σαν μια γέφυρα επαφής με την πραγματικότητα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget

Αναγνώστες