Τρίτη, 29 Ιουλίου 2014

ΡΕΜΟ ΜΠΟΝΤΕΪ Πώς μοιράζονται τα κοινά αγαθά;

Από τον Θανάση Γιαλκέτση, Εφημερίδα των Συντακτών

Ο Ιταλός φιλόσοφος Ρέμο Μποντέι έχει διδάξει σε πολλά πανεπιστήμια της Ευρώπης και της Αμερικής (Κέμπριτζ, Οτάβα, Νέα Υόρκη, Τορόντο κ.α.). Σήμερα διδάσκει στο UCLA του Λος Αντζελες. Το ακόλουθο άρθρο του δημοσιεύτηκε στην ιταλική εφημερίδα «Il Sole 24 Ore»:
 Σε ποιο βαθμό είναι ρεαλιστικά εφικτό να μοιραζόμαστε τα αγαθά που –από ηθική άποψη– θα έπρεπε να ανήκουν σε όλους; Στην πραγματικότητα, ένα είδος φυσικής κληρωτίδας έχει μοιράσει τα δώρα της γης (γονιμότητα του εδάφους, πόσιμο νερό, ορυκτό πλούτο) με τρόπο τυχαίο σε σχέση με τους κατοίκους των διάφορων περιοχών. Υπάρχουν εκείνοι, οι πιο τυχεροί, που τα κατέχουν και τα έχουν οικειοποιηθεί και εκείνοι, οι λιγότερο τυχεροί, που τα διαθέτουν σε ανεπαρκή βαθμό ή και τα στερούνται εντελώς: οι κάτοικοι αφιλόξενων ή ερημικών ζωνών, εκείνοι που δεν έχουν πόρους στο υπέδαφός τους ή τους έχουν απαλλοτριώσει άλλοι. Ατομα και λαοί πάντοτε πάλευαν για την επιβίωσή τους και για τον σχετικό έλεγχο των πόρων και τα σύνορα έχουν χαραχτεί ως επί το πλείστον από πολέμους. Ακόμη και σήμερα, σε μια ιστορική φάση στην οποία η κατανάλωση ενέργειας που προέρχεται από το πετρέλαιο ή από το ουράνιο είναι πελώρια, η οικονομία και η πολιτική κυριαρχούνται από την ανάγκη να εξασφαλίζουν, συχνά με τη βία ή με την πανουργία, όχι μόνον αυτά τα αγαθά αλλά και άλλα, που είναι όλο και περισσότερο αναγκαία για την υψηλή τεχνολογία.


Ενα παράδειγμα είναι το κολτάν, ένα ανθεκτικό στη θερμότητα μετάλλευμα με τη μορφή μαύρης άμμου, από το οποίο αποσπάται το ταντάλιο, που χρησιμοποιείται για μικροαγωγούς, υπερκράματα, ηλεκτρονικούς υπολογιστές και κινητά τηλέφωνα. Αυτό το ραδιενεργό στοιχείο, το 80% του οποίου βρίσκεται στο Κονγκό, όπου συλλέγεται με γυμνά χέρια από ένα πλήθος αυτοσχέδιους σκαφτιάδες, έχει προκαλέσει αιματηρούς εμφύλιους και διεθνείς πολέμους. Θέτοντας το πιο ριζικό αλλά αναπόφευκτο ερώτημα: Με ποιο δικαίωμα ένα άτομο ή ένας λαός κατοικεί τη γη και εκμεταλλεύεται τα δώρα της με τρόπο αποκλειστικό; Το να έχουν κάποιοι ευνοηθεί περισσότερο από τη φύση τούς δίνει το δικαίωμα να διαθέτουν κατά βούληση ορισμένους αναγκαίους πόρους ή τα ευεργετήματά τους μπορούν, τουλάχιστον κατά ένα μέρος, να αναδιανέμονται ειρηνικά; Ποιος όμως αποφασίζει γι’ αυτό και με ποια κριτήρια; Δεν πρόκειται για ένα αφηρημένο ή αφελές ερώτημα που μπορεί να απαντηθεί σε ένα μακρινό μέλλον.

Ας πάρουμε την περίπτωση του νερού. Πώς θα επιλυθεί η διαμάχη που έχει ξεσπάσει μεταξύ Αιθιοπίας και Αιγύπτου; Αν οι Αιθίοπες καταλήξουν να κατασκευάσουν το φράγμα τους για να συγκρατήσουν τη ροή του Γαλάζιου Νείλου (με βάση ένα σχέδιο αξίας πέντε εκατομμυρίων δολαρίων για την παροχή ενέργειας ισοδύναμης με εκείνη πέντε πυρηνικών σταθμών), η μείωση της λάσπης που προέρχεται από τις πλημμύρες του ποταμού, η οποία εδώ και χιλιετίες εξασφαλίζει στην Αίγυπτο μια ανθηρή γεωργία σε ζώνες που διαφορετικά θα ήταν ερημικές, θα θέσει σε κίνδυνο την ύπαρξη ενενήντα εκατομμυρίων Αιγυπτίων.

Η ειρήνη απειλείται από τους προβλέψιμους αγώνες που θα ξεσπάσουν, και ήδη διεξάγονται, για τον έλεγχο υλικών πόρων που δεν μπορούν να μοιραστούν πάνω σε αυτή τη γη. Θα μπορέσουν να βρεθούν, σε αυτήν ή σε άλλες περιπτώσεις, ικανοποιητικές συμφωνίες βασιζόμενες σε διαπραγματεύσεις και σε διεθνείς διαιτησίες; Ως ένα βαθμό –περιορισμένο ακόμα– μπορούν ήδη να τεθούν όρια, νομικά και πολιτικά, στον ιδιωτικό ή εθνικό σφετερισμό ορισμένων κοινών αγαθών, εκείνων των οποίων η κατανάλωση από μέρους κάποιου δεν αποκλείει υποχρεωτικά τους άλλους ή εκείνων που θα έπρεπε να προσφέρονται δωρεάν σε όλους (όπως τα ψάρια σε διεθνή νερά).

Δεν μπορούμε να οικειοποιούμαστε με αποκλειστικό τρόπο όλα τα αγαθά, ούτε όλα πρέπει να υποτάσσονται στους νόμους της αγοράς. Τα Ηνωμένα Εθνη και ορισμένα εθνικά κοινοβούλια έχουν αποδώσει την ιδιότητα των κοινών αγαθών στο πόσιμο νερό και τις υγειονομικές υπηρεσίες, τον θαλάσσιο βυθό και την Ανταρκτική και την επεκτείνουν στη Σελήνη και στο ανθρώπινο γονιδίωμα. Γι’ αυτά τα αγαθά η συγκεκριμένη εφαρμογή αυτής της ιδιότητας παραμένει προς το παρόν μια προοπτική μακράς διάρκειας ή μια ουτοπία.

Επανεξετάζοντας το πιο επείγον πρόβλημα, εκείνο του νερού, είναι εύκολη προφητεία το να υποθέσουμε ότι ο «γαλάζιος χρυσός» θα γίνει η αιτία μεγάλων διενέξεων, όχι μόνον εξαιτίας της προβλεπόμενης αύξησης του παγκόσμιου πληθυσμού, ιδίως στις φτωχότερες χώρες, αλλά και ως συνέπεια της υπερθέρμανσης του πλανήτη και της συνακόλουθης ερημοποίησης πολλών περιοχών.

Ηδη σήμερα, περίπου ένα δισεκατομμύριο άνθρωποι δεν διαθέτουν αρκετό πόσιμο νερό για να ικανοποιούν τη δίψα τους, να προετοιμάζουν την τροφή τους και να τρέφουν τα ζώα τους, ούτε και πόσιμο νερό για τις υπηρεσίες υγιεινής (η έλλειψη νερού είναι η δεύτερη αιτία θανάτου σε πλανητική κλίμακα). Ακόμα και αυτό που φαίνεται λιγότερο επείγον, όπως η διάσωση του γονιδιώματος, δεν πρέπει ωστόσο να παραβλεφθεί, επειδή αυτή αποβλέπει στην προστασία όχι μόνον της κοινότητας των ζώντων, αλλά του συνόλου του ανθρώπινου γένους, παρόντος και μελλοντικού.

Το ίδιο ισχύει και για τον πιθανό ή επίφοβο διακρατικό διαμοιρασμό της Ανταρκτικής και της Σελήνης (έστω και αν στην τελευταία περίπτωση μοιάζει να μιλάμε για σενάρια επιστημονικής φαντασίας), για τον μετασχηματισμό τους σε τόπους αποκλειστικής εκμετάλλευσης συγκεκριμένων πόρων –πετρελαίου, ορυκτών, σπάνιων γαιών, αλιευτικών προϊόντων– ή για να κατακτηθούν στρατιωτικά στρατηγικές θέσεις.

Ο επείγων χαρακτήρας του προβλήματος έχει ήδη γίνει ο κανόνας και το αίσθημα της ανασφάλειας έχει φτάσει σε τέτοιο σημείο ώστε σοβαροί μελετητές υποστηρίζουν ότι, από τη στιγμή που η ανθρωπότητα έχει γίνει ικανή να αυτοκαταστραφεί είτε με τα όπλα μαζικής καταστροφής είτε φθείροντας τους όρους που είναι αναγκαίοι για την επιβίωσή της –κλίμα, εξάντληση των πόρων, μόλυνση του αέρα, του νερού και του εδάφους–, χρειάζεται να προετοιμαζόμαστε για να αντιμετωπίσουμε τις ήδη συντελεσθείσες καταστροφές με βάση μια θεωρία που ορίζεται ως «πεφωτισμένος καταστροφισμός».

Ισως δεν είναι αναγκαίο να είμαστε τόσο τραγικοί, αλλά χρειάζεται να αποφεύγουμε και φυγές προς τα μπρος, όπως το να φανταζόμαστε ουτοπικά άλλες μορφές ζωής, βασιζόμενες στην έλευση μιας εποχής «ολιγαρκούς αφθονίας», στην οποία απαρνούμαστε το περιττό με αντάλλαγμα την ανακάλυψη προσδοκιών, αξιών και μοντέλων ύπαρξης διαφορετικών από τα ισχύοντα, που προχωρούν από την επανεκτίμηση της φιλίας στην αρμονική συμβίωση, από τη γαλήνη στη βραδύτητα, από την απόλαυση της γνώσης στην απόλαυση της σιωπής, από την άρνηση του καταναλωτισμού στην προαγωγή του πνεύματος του δώρου.

Μολονότι αυτές οι γενναιόδωρες προτάσεις αποτελούν ένα ακόμα σύμπτωμα του ότι οι σημερινές συνθήκες δεν είναι βιώσιμες και της συνακόλουθης απαίτησης για μια ριζική αλλαγή, είναι δύσκολο να κατανοήσουμε αν έχουν μια κάποια εγκυρότητα και επικαιρότητα ή αν πρόκειται αντίθετα για διαδικασίες που προϋποθέτουν πολλές δεκαετίες ή αιώνες.

Η κατάστασή μας είναι πολύ σοβαρή και καθιστά άτομα, κοινότητες και λαούς έρμαιο φόβων εν μέρει διαφορετικών, αλλά σίγουρα όχι χειρότερων από εκείνους που βασάνιζαν τις ψυχές σε όλη την προηγούμενη ιστορία. Εχουμε βγει από μεγαλύτερες κρίσεις και χειρότερα βάσανα. Θα τα καταφέρουμε γι’ άλλη μια φορά;


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget

Αναγνώστες