Δευτέρα, 2 Ιουνίου 2014

Ο μόνος δρόμος για την Κεντροαριστερά

 
Του Ανδρέα Πανταζόπουλου, ΒΗΜΑ
Τα αποτελέσματα των δύο γύρων των αυτοδιοικητικών εκλογών και των ευρωεκλογών προσφέρονται για κάθε ερμηνεία. Με την εξαίρεση ίσως των απογοητευτικών εκλογικών επιδόσεων κυρίως της ΔΗΜΑΡ αλλά και των ΑΝΕΛ και εν μέρει της ΝΔ, η ερμηνεία των ποσοστών των υπόλοιπων κομμάτων προσφέρεται για τη νομιμοποίηση της μετεκλογικής στρατηγικής τους. Εχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον στο πλαίσιο αυτό να δούμε την κατάσταση που διαμορφώνεται στην Αριστερά και στον χώρο της Κεντροαριστεράς. Ενα πρώτο και βασικό συμπέρασμα είναι ότι αυτές οι εκλογικές καταγραφές δεν ανέτρεψαν τον συσχετισμό των πολιτικών δυνάμεων που προέκυψε από τις διπλές βουλευτικές εκλογές του 2012, συνεπώς δεν ανέδειξαν καμία ιδιαίτερη εκλογικο-πολιτική δυναμική οποιουδήποτε πολιτικού χώρου. Η νίκη του ΣΥΡΙΖΑ είναι περισσότερο επιβεβαίωση μιας στατικής αποτύπωσης της ισχυρής αλλά μειοψηφικής εκλογικής του δύναμης που κατέχει από το 2012 και λιγότερο έκφραση μιας νέας κοινωνικο-πολιτικής δυναμικής. Μια τέτοια ερμηνεία φαίνεται μάλιστα να επιβεβαιώνεται από τον ίδιο τον ΣΥΡΙΖΑ και τις μετεκλογικές πρωτοβουλίες του αρχηγού του. Το αίτημα για πρόωρες εκλογές «το συντομότερο δυνατόν» συνιστά αμυντική κίνηση που αποσκοπεί να διασκεδάσει μια σχετική απογοήτευση κοινωνικών δυνάμεων που πίστεψαν ότι «στις 25 ψηφίζουμε, στις 26 φεύγουν». Η εκλογικο-πολιτική ήττα της λαϊκιστικής δημοψηφισματικής στρατηγικής μιας «εδώ και τώρα» ανατροπής είναι αυτή που κρύβεται πίσω από μετεκλογικές πρωτοβουλίες συντήρησης μιας προσδοκίας «αλλαγής». Ο στόχος είναι ένα μέρος των «ανυπόμονων» κοινωνικών δυνάμεων, παραδοσιακά προσδεδεμένων στο μεταπολιτευτικό ΠαΣοΚ, που εργαλειακά στοιχήθηκαν με τον ΣΥΡΙΖΑ, να συνεχίσουν την εκλογική συμπόρευση μαζί του, να μην απογοητευθούν από τη νέα παράταση που πήρε η προσπάθεια (ανα-)κατάληψης της εξουσίας και άρα απομακρυνθούν από αυτόν.

Οι λόγοι για τους οποίους ο ΣΥΡΙΖΑ απέτυχε να μετατρέψει την κοινωνική δυσφορία σε πλειοψηφική πολιτική δύναμη εξουσίας είναι περισσότεροι του ενός. Ενας από τους βασικότερους είναι η αδυναμία του να καλύψει τον χώρο της Κεντροαριστεράς. Τα εκλογικά ποσοστά πρωτευόντως της Ελιάς και δευτερευόντως του Ποταμιού έδειξαν ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν μπορεί να γίνει κοινωνική Κεντροαριστερά, ότι αυτή ως έναν τουλάχιστον βαθμό όχι μόνο βρίσκεται εκτός ΣΥΡΙΖΑ αλλά και ότι είναι με σαφήνεια οριοθετημένη από αυτόν. Στο πλαίσιο αυτό το εκλογικό ποσοστό της Ελιάς, το οποίο θα έπρεπε να αποδοθεί, εκτός από την ιστορικότητα του χώρου, τόσο σε απόπειρες ανασύνθεσής του (που εκφράστηκαν στην ανανέωση του ευρωψηφοδελτίου της) όσο και στην ευφυή πολιτικοποίηση της εκστρατείας της εκ μέρους του Ευάγγελου Βενιζέλου, συνιστά εκ των πραγμάτων το βασικό πολιτικό εμπόδιο στην εκλογική επέκταση του αριστερού εθνικολαϊκισμού. Το γεγονός μάλιστα της σχετικής εκλογικής αποτυχίας του Ποταμιού, μια αποτυχία (με την έννοια ότι δεν ανταποκρίθηκε στις αυξημένες προσδοκίες του ιδρυτή της) εγγεγραμμένη στον ίδιο τον ιδρυτικά απολιτικό γενετικό του κώδικα, καθιστά την Ελιά το επίκεντρο των εξελίξεων για την ανασυγκρότηση του κεντροαριστερού χώρου.

Τα προβλήματα βέβαια στην πορεία ανανέωσης του χώρου της Κεντροαριστεράς είναι περισσότερο κοινωνικά και ιδεολογικά και πολύ λιγότερο πολιτικά. Με άλλα λόγια, το βασικό πρόβλημά του είναι η επανασύναψη των δεσμών του με λαϊκά στρώματα των πόλεων και κυρίως τη νεολαία. Η επανασύνδεση με αυτούς τους κοινωνικούς χώρους όμως θα ήταν λάθος να κατανοηθεί με όρους πολιτικών και κομματικών συμμαχιών, όπως διατείνονται ορισμένοι από τον ευρύτερο χώρο της Αριστεράς. Δηλαδή, μέσω υιοθέτησης μιας «φιλο-συριζικής» τακτικής. Ενας τέτοιος προσανατολισμός, παγιδευμένος στον «πειρασμό-ΣΥΡΙΖΑ» (πειρασμό τον οποίο η ΔΗΜΑΡ πλήρωσε πανάκριβα), αυτοϋπονομεύει την υπόθεση της Κεντροαριστεράς ως διακριτού πολιτικού χώρου από το αριστερό εθνικολαϊκιστικό «άκρο». Η ανακοινωνικοποίηση της Κεντροαριστεράς οφείλει να απορρέει από την κατοχύρωση της πολιτικής και ιδεολογικής αυτονομίας της.

Οι κίνδυνοι για την Κεντροαριστερά είναι δύο. Ο ένας αφορά τον πολιτικό ετεροπροσδιορισμό της από τον αριστερό ριζοσπαστισμό. Ο οποίος μπορεί στην πράξη να ξεθυμαίνει μέρα τη μέρα, ωστόσο οι κήρυκές του (υπαρκτοί και εντός Κεντροαριστεράς) συνεχίζουν να θορυβούν. Αλλά υπάρχει και ένας δεύτερος κίνδυνος: η απορρόφησή της σε απολίτικα σχήματα και λογικές τύπου Ποταμιού, της πολιτικής που στην πράξη παίρνει ενίοτε χαρακτηριστικά παιδότοπου. Εδώ αναπαράγονται όλες οι «φιλελεύθερες» αντιπολιτικές ψευδαισθήσεις για την πολιτική ως αποκλειστική υπόθεση καλών προθέσεων, ένας αντεστραμμένος «καλός ΣΥΡΙΖΑ» χωρίς ιδεολογικό έρμα και πολιτικά σύνορα. Και που στην πραγματικότητα αποτελεί την κεντρώα έκφραση του ελληνικού επαρχιωτισμού, παρά τις υπερ-μοντέρνες μεταμφιέσεις του (μέσα από «σεξιστικά» σποτάκια, για παράδειγμα).

Συνεπώς ο ιδεολογικο-πολιτικός αυτοπροσδιορισμός της Κεντροαριστεράς είναι μονόδρομος. Δεν είναι πολιτικό δάνειο αλλά κοινωνικό χρέος. Δεν εξυπηρετείται από συνδικαλιστικού τύπου συγκολλήσεις και συμπορεύσεις κορυφών ούτε από απλουστευτικές, αισθητικού τύπου, οικειοποιήσεις της κοινωνικής δυσφορίας.

Ο κ. Ανδρέας Πανταζόπουλος είναι επίκουρος καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο ΑΠΘ.  

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget

Αναγνώστες