Κυριακή, 8 Ιουνίου 2014

Χίλιες λέξεις για το παρόν και το μέλλον της ΔΗΜΑΡ


Του Νίκου Φωτίου
Τα τελευταία δύο χρόνια κορυφώθηκε η διαδικασία, κατά την οποία τις ευθύνες για την πλοήγηση του σκάφους τις πήρε όλες πάνω του ο πρόεδρος και ένα μικρό επιτελείο στελεχών. Ο κόσμος της ΔΗΜΑΡ όπλισε τον Φώτη Κουβέλη με υπερεξουσίες και με τερατώδεις πλειοψηφίες μέχρι και το τελευταίο συνέδριο. Ο πρόεδρος και η ηγετική ομάδα περί αυτόν αναδείχτηκαν παντοδύναμοι. Αυτή η παντοδυναμία, όμως, εξελίχτηκε γρήγορα σε προσωποπαγή εξουσία με κατάφωρη παραβίαση και αυτού ακόμα του «σκιώδους» καταστατικού. Οι εισηγήσεις του προέδρου, παρά τις πολύωρες συνεδριάσεις της Κεντρικής Επιτροπής, αποτελούσαν και τις copy paste αποφάσεις καθιστώντας άχρηστες και τελετουργικές τις συγκλήσεις του «Ανώτατου Οργάνου». Ουδέποτε υπήρξε κανονισμός λειτουργίας της Κεντρικής Επιτροπής, παρά το συλλογικά επεξεργασμένο σχέδιο που κατατέθηκε αλλά ούτε και της Κοινοβουλευτικής Ομάδας παρά τη ρητή πρόβλεψη του καταστατικού. Το Συνέδριο, που επίσης ρητά προβλέπεται σε περίπτωση κρίσιμων αποφάσεων, όπως συμμετοχή σε Κυβέρνηση, καθορισμό εκλογικής τακτικής κ.ά. ουδέποτε συγκλήθηκε. Τελικά, με αυτή την πολιτική και αυτή την κομματική λειτουργία τι πετύχαμε τα λίγα και αρχικώς ελπιδοφόρα χρόνια της παρουσίας της ΔΗΜΑΡ στην εγχώρια πολιτική σκηνή; Αυτή η πολιτική, αυτή η λειτουργία και αυτά τα πρόσωπα δοκιμάστηκαν στην κοινωνία στις εκλογές, στην κορυφαία νομιμοποιητική διαδικασία στις κοινοβουλευτικές δημοκρατίες, και πήγαν άπατα.

Πάντοτε, αλλά αυτή την περίοδο ιδιαίτερα, τα πρόσωπα που μετέχουν στον δημόσιο βίο από θέσεις μικρότερης ή μεγαλύτερης ευθύνης, οφείλουν να διατυπώνουν δημοσίως τη γνώμη τους.
Συμμετέχω στη «Δημοκρατική Αριστερά» από την ίδρυσή της και είμαι εκλεγμένο μέλος της Πολιτικής Επιτροπής της οργάνωσης της Θεσσαλονίκης. Κρίνω, λοιπόν, ότι οφείλω να δημοσιοποιήσω τις σκέψεις μου, έχοντάς τις ήδη διατυπώσει από καιρό στις κομματικές διαδικασίες.
Τα όσα ακολουθούν γράφονται υπό το πρίσμα της διερεύνησης του κατά πόσο συνέβαλε η ΔΗΜΑΡ στον στόχο για μια διέξοδο της χώρας από την κρίση αλλά και σ’ ένα μεταρρυθμιστικό σχέδιο για την επόμενη μέρα της ανασυγκρότησης με δικαιοσύνη, ανάπτυξη και αλληλεγγύη. Με αυτά τα κριτήρια θεωρώ ότι πρέπει να κρίνεται κάθε πολιτικός οργανισμός που ισχυρίζεται ότι έιναι χρήσιμος και υπεύθυνος.
Πολιτική και «γραμμή»:
Εκτιμώ ότι η «Δημοκρατική Αριστερά» τα δύο τελευταία χρόνια δεν κινήθηκε προς την κατεύθυνση των στόχων, για τους οποίους ιδρύθηκε.
Η αρχικά γενναία και τολμηρή απόφαση για συμμετοχή στην κυβέρνηση, την ώρα που η χώρα το είχε απόλυτη ανάγκη, δεν είχε τη συνέχεια που θα επέτρεπε να ισχυριστούμε ότι αποτελούμε «κυβερνώσα αριστερά» και μια δύναμη χρήσιμη, με δυνατότητα να δώσει λύσεις «για την έξοδο της χώρας από την κρίση με την κοινωνία όρθια». Ειδικότερα:
Η ΔΗΜΑΡ δεν κατάφερε να παραγάγει ή να επιβάλει αξιόλογο μεταρρυθμιστικό έργο, παρά τις επιμέρους προσπάθειες μεμονωμένων προσώπων. Το πολιτικό προσωπικό που αξιοποίησε, αποδείχτηκε ανεπαρκές, και ένας σημαντικός λόγος είναι ότι δεν το άντλησε από την ευρύτερη κοινωνική δεξαμενή των αξίων αλλά το περιόρισε συνειδητά σε κομματικά όρια ή σε προσωπικές φιλίες και γνωριμίες.
Ούτε στον κυβερνητισμό αντιστάθηκε, με το παλαιοκομματικό 4-2-1, εγκαταλείποντας πρόωρα κάθε προσπάθεια να επιβάλει διαδικασίες διαφάνειας και αξιοκρατίας.
Ούτε την παρουσία της στην τρικομματική κυβέρνηση υπερασπίστηκε, με συνεχείς ταλαντεύσεις εκκρεμούς, ενώ «την έκανε» στα δύσκολα με αναξιόπιστες δικαιολογίες.
Στη συνέχεια, με μικρομεγαλισμό, αρνήθηκε τον διάλογο με όμορες δυνάμεις, δεν πήρε ρίσκα και επέμενε αλαζονικά ότι είναι ο κορμός ενός ελπιζόμενου αλλά ουδέποτε λαβόντος σάρκα και οστά «τρίτου πόλου». Όχι μόνο το πολιτικό ακροατήριο δεν αυγάτισε, αλλά σταδιακά απομακρύνονταν και όσοι είχαν ενταχτεί.
Η απελπισία οδήγησε σε τυφλές κινήσεις συνεργασιών με κατάλοιπα του πασοκικού κομματικού κράτους, ξέμπαρκους, τυχάρπαστους και αντιβενιζελικούς, των οποίων η κοινωνική «προιξ» απεδείχθη άνθραξ και ο πολιτικός «θησαυρός» γιαλαντζί. Η εν εξελίξει απόδρασή τους από το βυθιζόμενο σκάφος, επιβεβαιώνει τη γνωστή ρήση περί «ποντικών».
Στο εσωκομματικό επίπεδο:
Τα τελευταία δύο χρόνια κορυφώθηκε η διαδικασία, κατά την οποία τις ευθύνες για την πλοήγηση του σκάφους τις πήρε όλες πάνω του ο πρόεδρος και ένα μικρό επιτελείο στελεχών.
Ο κόσμος της ΔΗΜΑΡ όπλισε τον Φώτη Κουβέλη με υπερεξουσίες και με τερατώδεις πλειοψηφίες μέχρι και το τελευταίο συνέδριο. Ο πρόεδρος και η ηγετική ομάδα περί αυτόν αναδείχτηκαν παντοδύναμοι.
Αυτή η παντοδυναμία, όμως, εξελίχτηκε γρήγορα σε προσωποπαγή εξουσία με κατάφωρη παραβίαση και αυτού ακόμα του «σκιώδους» καταστατικού.
Οι εισηγήσεις του προέδρου, παρά τις πολύωρες συνεδριάσεις της Κεντρικής Επιτροπής, αποτελούσαν και τις copy paste αποφάσεις καθιστώντας άχρηστες και τελετουργικές τις συγκλήσεις του «Ανώτατου Οργάνου».
Ουδέποτε υπήρξε κανονισμός λειτουργίας της Κεντρικής Επιτροπής, παρά το συλλογικά επεξεργασμένο σχέδιο που κατατέθηκε αλλά ούτε και της Κοινοβουλευτικής Ομάδας παρά τη ρητή πρόβλεψη του καταστατικού.
Το Συνέδριο, που επίσης ρητά προβλέπεται σε περίπτωση κρίσιμων αποφάσεων, όπως συμμετοχή σε Κυβέρνηση, καθορισμό εκλογικής τακτικής κ.ά. ουδέποτε συγκλήθηκε.
Τελικά, με αυτή την πολιτική και αυτή την κομματική λειτουργία τι πετύχαμε τα λίγα και αρχικώς ελπιδοφόρα χρόνια της παρουσίας της ΔΗΜΑΡ στην εγχώρια πολιτική σκηνή; Αυτή η πολιτική, αυτή η λειτουργία και αυτά τα πρόσωπα δοκιμάστηκαν στην κοινωνία στις εκλογές, στην κορυφαία νομιμοποιητική διαδικασία στις κοινοβουλευτικές δημοκρατίες, και πήγαν άπατα.
Καταγράψαμε τα μικρότερα εκλογικά ποσοστά από εμφανίσεως του ανανεωτικού ρεύματος της αριστεράς στην κοινωνία, ενώ κάναμε μάγκες το νεόκοπο «Ποτάμι» και τον «τελειωμένο» Βενιζέλο, αυτούς, δηλαδή, που λυσσωδώς πολεμούσαμε ως «απολίτικους» ή «δεξιούς».
Μήπως εκπέμψαμε θολό στίγμα, που δεν το αντελήφθη ο λαός, όπως μερικοί, που δεν πήραν χαμπάρι, ισχυρίζονται; Σαφέστατο ήταν το στίγμα μας, αυτό που παρήχθη από την παντοδύναμη ηγετική ομάδα. Σαφέστατο! Μόνο που δεν άρεσε. Γιατί ήταν γεμάτο αμφισημίες, λευκά, «παρών», μπρος πίσω, μέσα έξω, ψελλίσματα, κωλοτούμπες. Αυτό εκπέμψαμε, γιατί αυτοί ήμασταν.
Τι να γίνει;
Πλήρης ανάληψη πολιτικών ευθυνών από την ηγετική ομάδα και τον πρόεδρο, χωρίς «ολίγη από παραίτηση». Ο διασυρμός καραδοκεί...
Όσοι μιλούν για εξ ιδίων «επανεκκίνηση», ας το σκεφτούν καλύτερα. Με ποιους ανθρώπινους και υλικούς πόρους, με ποιο ακροατήριο; Η ΔΗΜΑΡ είναι πλέον ένας οργανισμός που πάσχει από πρόωρη γήρανση, ένα πολιτικό νεογνό σε βαθιά γεράματα.
Ούτε η «παράδοση των κλειδιών» σε κάποια αλάνθαστη και επαρκή εσωκομματική αντιπολίτευση είναι λύση, ούτε οι αλληθωρισμοί προς ΣΥΡΙΖΑ.
Η προοπτική βρίσκεται, κατά τη γνώμη μου, στη συμμετοχή στον διάλογο και στην ώσμωση με άλλες φιλοευρωπαϊκές, προοδευτικές μεταρρυθμιστικές δυνάμεις, που έχουν οντότητα και δυνατότητες να συγκροτήσουν ένα αξιόπιστο πολιτικό σχέδιο για την επόμενη μέρα αλλά και να συμβάλουν στη συγκρότηση ενός σχήματος που -υπό προυποθέσεις- μπορεί αποτελέσει ισχυρό παίκτη ή εταίρο στις περαιτέρω πολιτικές εξελίξεις («Ελιά», «Ποτάμι», Οικολόγοι, ίσως μεταρρυθμιστικές φιλοευρωπαϊκές δυνάμεις του ΣΥΡΙΖΑ, πολιτικές ομάδες, σχήματα και κινήματα πόλης, προσωπικότητες).
Φθαρμένα από την εξουσία ή την πολύχρονη παραμονή σε κομματικές ηγετικές θέσεις στελέχη, πρέπει να τιμήσουν τα στερνά τους και να κάνουν πίσω, αφήνοντας το πεδίο σε νέες δυνάμεις με φρέσκες ιδέες και νέα πρόσωπα.
Η ΔΗΜΑΡ πρέπει να λάβει μέρος σε έναν ειλικρινή διάλογο με ανοιχτή τη μορφή του πολιτικού σχήματος, το πρόγραμμα, την ηγεσία και με το δυνατόν σαφέστερη την πολιτική κατεύθυνση και την κοινωνική στόχευση. (Μήπως τα εγχειρήματα Μπουτάρη-Καμίνη, τηρουμένων των αναλογιών, αξίζει να μελετηθούν βαθύτερα;).
Εξ άλλου, με το πενιχρό ποσοστό μας σε κανέναν δεν μπορούμε να επιβάλουμε τίποτε. Η δύναμή μας είναι οι ιδέες, οι επεξεργασίες και οι προτάσεις μας. Έχουν κι άλλοι, όμως, ιδέες και προτάσεις. Επιπλέον έχουν και ποσοστά. Γι’ αυτό ας προσέλθουμε στη συζήτηση ταπεινοί αλλά όχι ταπεινωμένοι, ηττημένοι αλλά όχι ηττοπαθείς, μικροί αλλά όχι μικροπρεπείς.
Τότε μόνον θα μπορέσουμε να γίνουμε παρά δύναμιν τολμηταί, παρά γνώμην κινδυνευταί και εν τοις δεινοίς ευέλπιδες.
Τέλος, αν έχει λόγο να γίνει συνέδριο, να γίνει πριν το καλοκαίρι, με μια μεταβατική ηγεσία και με μοναδικό θέμα την «Επεξεργασία θέσεων και προτάσεων για τον διάλογο περί συγκρότησης του προοδευτικού μεταρρυθμιστικού χώρου».
Υ.Γ.: Σ’ αυτό το κείμενο συνειδητά δεν θίχτηκαν ευρύτερα θέματα (Ευρώπη, ακροδεξιά) ούτε και υπαρκτές ευθύνες της κυβέρνησης ή άλλων κομμάτων. Δεν ήταν αυτή η πρόθεση, όπως και ο τίτλος δηλοί.
*Ο Νίκος Φωτίου είναι φιλόλογος.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget

Αναγνώστες