Σάββατο, 28 Ιουνίου 2014

Η κρίση και το «προπατορικό αμάρτημα» του Μνημονίου

Του Γιάννη Παλαιολόγου, Καθημερινή
Η λάθος στρατηγική κυβέρνησης και τρόικας δημιούργησε νέα προβλήματα, κατά τον ομιλητή. Οδήγησε στην εξόντωση μέσω υπερφορολόγησης του παραγωγικού τομέα. Επιπλέον, η αύξηση των έμμεσων φόρων απέτρεψε την επιθυμητή μείωση των τιμών. Εξίσου εσφαλμένη θεωρούν οι συγγραφείς και την πολιτική ενίσχυσης της ανταγωνιστικότητας που προώθησε η τρόικα στην Ελλάδα, που έδωσε προτεραιότητα στη μείωση του μισθολογικού κόστους. «Οι μισθοί στον ιδιωτικό τομέα δεν ήταν ποτέ πραγματικά το πρόβλημα στην Ελλάδα», είπε ο καθηγητής Πελαγίδης, παρουσιάζοντας στοιχεία προ κρίσης που δείχνουν ότι το διοικητικό κόστος των επιχειρήσεων στη χώρα μας ήταν εξαιρετικά υψηλό, αλλά ότι η ιδιωτική μισθολογική δαπάνη, ως ποσοστό του ΑΕΠ, η χαμηλότερη στον ΟΟΣΑ.

Τα αίτια και τις κεντρικές πτυχές διαχείρισης της ελληνικής κρίσης αναδεικνύει το βιβλίο «Ελλάδα: Από την Εξοδο στην Ανάκαμψη;» των οικονομολόγων Θεόδωρου Πελαγίδη (Πανεπιστήμιο Πειραιώς) και Μιχάλη Μητσόπουλου (ΣΕΒ), που εκδόθηκε στο πλαίσιο του προγράμματος European Growth του ινστιτούτου Brookings, σε συνεργασία με το Ιδρυμα Σταύρου Νιάρχου.

Στην παρουσίαση του βιβλίου χθες στο ξενοδοχείο Divani Caravel μίλησαν οι δύο συγγραφείς, ο αντιπρόεδρος του αμερικανικού ινστιτούτου και πρώην υπουργός Οικονομίας της Τουρκίας Κεμάλ Ντερβίς και ο Ισπανός Ζοσέπ Μπορέλ, πρώην πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, καθώς και οι δημοσιογράφοι Κατερίνα Σώκου της «Κ» και Αγγελος Αθανασόπουλος («Το Βήμα»). Τη συζήτηση συντόνισε ο Στέλιος Βασιλάκης, διευθυντής προγραμμάτων και στρατηγικών πρωτοβουλιών του Ιδρύματος Νιάρχου.

Ο καθηγητής Πελαγίδης, non-resident senior fellow στο Brookings, εντόπισε το προπατορικό αμάρτημα του Μνημονίου στο γεγονός ότι επέτρεψε στο σύστημα προσοδοθηρίας που λυμαίνεται εδώ και δεκαετίες την ελληνική οικονομία να συνεχίσει να λειτουργεί περίπου ανενόχλητο. «Αν θέλεις να πετύχει η εσωτερική υποτίμηση, πρέπει να τα βάλεις με τους Βίκινγκς» τόνισε ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Πειραιώς, αναφερόμενος στις κλεπτοκρατικές ομάδες συμφερόντων που εκμεταλλεύονται το ελληνικό Δημόσιο – ομάδες τις οποίες οι δύο συγγραφείς είχαν θέσει στο επίκεντρο της ανάλυσης του ελληνικού προβλήματος ήδη τέσσερα χρόνια πριν από το ξέσπασμα της κρίσης. Η μη σύγκρουση με τους Βίκινγκς σημαίνει, όπως είπε ο καθηγητής, ότι σήμερα το παλαιό σύστημα παραμένει στη θέση του, «ισχυροποιημένο και πιο κυνικό από ποτέ».

Υπερφορολόγηση
Η λάθος στρατηγική κυβέρνησης και τρόικας δημιούργησε νέα προβλήματα, κατά τον ομιλητή. Οδήγησε στην εξόντωση μέσω υπερφορολόγησης του παραγωγικού τομέα. Επιπλέον, η αύξηση των έμμεσων φόρων απέτρεψε την επιθυμητή μείωση των τιμών.

Εξίσου εσφαλμένη θεωρούν οι συγγραφείς και την πολιτική ενίσχυσης της ανταγωνιστικότητας που προώθησε η τρόικα στην Ελλάδα, που έδωσε προτεραιότητα στη μείωση του μισθολογικού κόστους. «Οι μισθοί στον ιδιωτικό τομέα δεν ήταν ποτέ πραγματικά το πρόβλημα στην Ελλάδα», είπε ο καθηγητής Πελαγίδης, παρουσιάζοντας στοιχεία προ κρίσης που δείχνουν ότι το διοικητικό κόστος των επιχειρήσεων στη χώρα μας ήταν εξαιρετικά υψηλό, αλλά ότι η ιδιωτική μισθολογική δαπάνη, ως ποσοστό του ΑΕΠ, η χαμηλότερη στον ΟΟΣΑ.

Στη δική του παρουσίαση, ο Μ. Μητσόπουλος αναφέρθηκε στα προβλήματα και τις προοπτικές της καινοτομίας των επιχειρήσεων. Οπως αποκάλυψε, το ποσοστό της επιχειρηματικής έρευνας και ανάπτυξης στη χώρα μας είναι 0,24% του ΑΕΠ – μικρότερο του 1/5 του μέσου όρου στην Ευρωζώνη (1,35% του ΑΕΠ). Η Ελλάδα, σημείωσε, έχει μια σειρά από επιμέρους πλεονεκτήματα –καλά ερευνητικά ινστιτούτα, ικανούς επιστήμονες κ.ο.κ.– αλλά δεν έχει καταφέρει να τα συνδυάσει επιτυχώς. Για να το καταφέρει, όπως είπε, πέρα από την προστασία της πνευματικής ιδιοκτησίας και την ενίσχυση του ανταγωνισμού, είναι κρίσιμο το ζήτημα της χρηματοδότησης. «Σήμερα ο ιδιωτικός τομέας υπόκειται σε χρηματοοικονομική ασφυξία» σημείωσε ο κ. Μητσόπουλος, με αποτέλεσμα «να μειώνονται οι μισθοί αλλά να μειώνεται και η απασχόληση».

Ο κ. Ντερβίς συμφώνησε με τους συγγραφείς ότι υπήρξε «υπερβολική έμφαση στη λιτότητα και όχι αρκετή στις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις». Ωστόσο, διαφοροποιήθηκε σχετικά με το ποιος ευθύνεται: «Δεν θα κατηγορούσα τόσο την τρόικα γι’ αυτό». Ο αντιπρόεδρος του Brookings σημείωσε επίσης ότι η Ευρωζώνη χρειάζεται κάποιο βαθμό αμοιβαιοποίησης τραπεζικών και δημοσιονομικών υποχρεώσεων. Χρησιμοποίησε, μάλιστα, το παράδειγμα των ΗΠΑ, αναδεικνύοντας πόσο προβληματική θα ήταν η εγγύηση των καταθέσεων αν ήταν σε πολιτειακό αντί για ομοσπονδιακό επίπεδο.

Ισως το βασικότερο σημείο της παρουσίασης όμως (και της διαχρονικής προσέγγισης των Μητσόπουλου - Πελαγίδη γενικότερα) συνοψίζεται στην αναφορά του δεύτερου ότι ένας τεχνοκράτης «πρέπει να γνωρίζει το πολιτικό πλαίσιο λειτουργίας μιας χώρας, αλλιώς θα εκπλαγεί με τις συνέπειες των πολιτικών που προτείνει». Η τρόικα σήμερα ξέρει περίπου τα πάντα για την ελληνική ιδιαιτερότητα. Αν τα ήξερε και το 2010, όταν έφτασε στην Αθήνα, η τετραετία αυτή δεν θα ήταν τόσο επώδυνη.

1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

Πελαγίδης, όπως ο κειμενογράφος του Ακη;

Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget

Αναγνώστες