Τρίτη, 25 Δεκεμβρίου 2012

Αν ο λαός θέλει, ο ΣΥΡΙΖΑ μπορεί;


Του Ανδρέα Πανταζόπουλου, ΒΗΜΑ, 23.12.12
Η περίπτωση «μετεξέλιξης» του ΣΥΡΙΖΑ ώστε να καλύψει τον χώρο της λεγόμενης Κεντροαριστεράς προβάλλεται το τελευταίο διάστημα ως πιθανό σενάριο, αφού ο ευρύτερος σοσιαλιστικός χώρος φαίνεται, σύμφωνα με υποστηρικτές αυτής της εκδοχής, να μην μπορεί να ανασυγκροτηθεί με αξιοπιστία. Το επιχείρημα περί της αδυναμίας κομμάτων και κινήσεων αυτού του χώρου είναι ως έναν βαθμό βάσιμο, αν λάβει κανείς υπόψη του τις ως τώρα εξελίξεις, το θέμα ωστόσο χρήζει μεγαλύτερου προβληματισμού, γιατί δεν αφορά μόνον τον χώρο της Κεντροαριστεράς, αλλά και τον ίδιο τον ΣΥΡΙΖΑ: θέλει, πράγματι, ο ΣΥΡΙΖΑ να μετασχηματισθεί σε κεντροαριστερό φορέα διατυπώνοντας με αξιόπιστο τρόπο μια προοπτική «κυβερνησιμότητας»; Ακόμη και αν απαντούσαμε με καταχρηστικό τρόπο καταφατικά ότι, πράγματι, ο ΣΥΡΙΖΑ «θέλει» όχι μόνον να καλύψει αυτό το υπαρκτό πολιτικό κενό αλλά και να καταστεί ο «επίσημος» φορέας της Κεντροαριστεράς, το ερώτημα δεν θα έπαυε να υπάρχει. Ακόμη και αν θέλει, μπορεί; Υπάρχουν τέσσερις τουλάχιστον λόγοι που συνηγορούν για το αντίθετο. Ο πρώτος λόγος έχει ήδη διατυπωθεί από ορισμένους αναλυτές και είναι ο εξής: ο χρόνος που απαιτείται γι' αυτή τη «μετεξέλιξη» είναι εξαιρετικά σύντομος, επομένως είναι αμφίβολο αν το εν δυνάμει ακροατήριό του θα μπορέσει να καταναλώσει μια αιφνίδια, στρατηγικού τύπου, αλλαγή της φυσιογνωμίας του ΣΥΡΙΖΑ.
Η επίκληση της περίπτωσης του ΠαΣοΚ της δεκαετίας του 1970 είναι ορθή. Πράγματι, ο Ανδρέας Παπανδρέου διέθετε περισσότερο χρόνο για να πραγματοποιήσει τη «ρεαλιστική στροφή» του «Κινήματός» του, ενώ τα σημερινά χρονικά περιθώρια για τον Α. Τσίπρα είναι ασφυκτικά.
Η επίκληση όμως του παραδείγματος του ΠαΣοΚ βοηθά πολλαπλώς προκειμένου να σκεφθούμε τις δυνατότητες μετεξέλιξης του ΣΥΡΙΖΑ. Στο πλαίσιο αυτό, ο δεύτερος λόγος είναι το ακόλουθο: ο Α. Παπανδρέου ήταν ο εμπνευστής και ιδρυτής του ΠαΣοΚ, το μοναδικό κέντρο ισχύος και νομιμοποίησής του, και μάλιστα «χαρισματικό». Πράγμα που δεν συμβαίνει με την περίπτωση Τσίπρα και τον ΣΥΡΙΖΑ. Αν ληφθεί υπόψη ότι παρά το γεγονός αυτής της συντριπτικής κυριαρχίας του Α. Παπανδρέου, το ΠαΣοΚ πέρασε, ουκ ολίγες εσωτερικές «κρίσεις ανάπτυξης», δικαίως θα αναρωτιόταν κάποιος τι θα συμβεί στην περίπτωση αμφισβήτησης μιας μη παγιωμένης κυριαρχίας Τσίπρα στο εσωτερικό ενός σχηματισμού που τώρα «θέλει» να συγκροτηθεί επί το ρεαλιστικότερο ως προς την εξουσία. Με άλλα λόγια, οι προβλεπόμενες «κρίσεις ανάπτυξης» του ΣΥΡΙΖΑ, μέσα σε ασφυκτικά χρονικά πλαίσια, θα ήταν πολύ πιθανόν να αποσταθεροποιήσουν τη σημερινή ηγεσία. Οι δυνάμεις μιας τέτοιας μοιραίας αποσταθεροποίησης δεν περιορίζονται στη λεγόμενη εσωκομματική αντιπολίτευση η οποία προήλθε από την πρόσφατη Συνδιάσκεψη του ενιαίου πλέον κόμματος, αλλά βρίσκονται παντού, στην ίδια την εσωκομματική συμμαχία που επανεξέλεξε τον Α. Τσίπρα στην ηγεσία. Αν λάβει κανείς υπόψη του και το γεγονός ότι μιλάμε για έναν εγγενώς αριστερό σχηματισμό, σε αντίθεση και στο σημείο αυτό με το ΠαΣοΚ, τότε οι προοπτικές της μετεξέλιξης γίνονται ακόμη πιο αμφίβολες.
Ο τρίτος λόγος που αμφισβητεί μια τέτοια προοπτική εξομάλυνσης αφορά, ακριβώς, τη φυσιογνωμία του ΣΥΡΙΖΑ, δηλαδή τον ιδιότυπο τριτοκοσμικό εθνοκεντρικό-λαϊκιστικό λόγο του, ο οποίος μάλιστα εκφέρεται από τον ίδιο τον ηγέτη του. Το ερώτημα, εδώ, είναι: πώς θα μπορέσει να καμφθεί η αντιστασιακότητα αυτού του λόγου όταν μάλιστα οι εξελίξεις οι σχετικές με την παρούσα «κρίση» δεν ελέγχονται σε εθνικό επίπεδο; Και στο σημείο αυτό η διαφοροποίηση από το επιτυχημένο πείραμα του Α. Παπανδρέου είναι σαφέστατη: τότε «όλα» διακυβεύονταν στο εσωτερικό της χώρας, η οποία, ας το ξαναθυμίσουμε, δεν περνούσε τη σημερινή κρίση.
Ο τέταρτος λόγος είναι ίσως ο σημαντικότερος. Το ΠαΣοΚ εξέφραζε την ανερχόμενη κοινωνική συμμαχία των «μη-προνομιούχων», σήμερα ο ΣΥΡΙΖΑ επιχειρεί να εκφράσει μια «κοινωνική συμμαχία» απογοητευμένων και απελπισμένων που πέφτουν από την κοινωνική κλίμακα. Επομένως, ο επειγοντισμός εκπλήρωσης του αιτήματος που θα αναλάμβανε ο ΣΥΡΙΖΑ για αναστροφή αυτής της πορείας ή, έστω, συγκράτησής της σε κάποιο επίπεδο πριν από την τελική πρόσκρουση (στον βαθμό που αυτή δεν έχει επέλθει) είναι απείρως δυσχερέστερος από αυτόν του ΠαΣοΚ. Το «εδώ και τώρα» της παπανδρεϊκής «λυτρωτικής» υπόσχεσης του 1981 μοιάζει με πρόσκληση σε πάρτι μπροστά στη σημερινή, ανατροφοδοτούμενη και από τον ίδιο τον ΣΥΡΙΖΑ, κοινωνική πρόκληση στην οποία άμεσα θα πρέπει αυτός να ανταποκριθεί. Αν ο Α. Παπανδρέου κατόρθωσε να τεμαχίσει την υπόσχεσή του στους τακτικισμούς μεταξύ «εφικτού» και «επιθυμητού», για τον Α. Τσίπρα το «εφικτό» ταυτίζεται με το «επιθυμητό», αφού «ένας άλλος κόσμος είναι εφικτός», χωρίς «μνημόνιο»!
Αν έτσι έχουν τα πράγματα, θα μπορούσε κανείς βάσιμα να υποθέσει ότι, εκτός των αντικειμενικών λόγων, συντρέχουν ορισμένοι βασικοί υποκειμενικοί λόγοι ώστε το συγκεκριμένο πείραμα θεσμοποίησης και κυβερνητικής διαχείρισης μέρους της κοινωνικής διαμαρτυρίας να οδηγηθεί σε αποτυχία. Το πρόβλημα με τον ΣΥΡΙΖΑ και τη μετεξέλιξή του είναι το ακόλουθο: σε μια εποχή παγκοσμίωσης, είναι «υπερβολικά ΠαΣοΚ», ως προς την ιδεολογικο-πολιτική του συγκρότηση και το πολιτικο-πολιτισμικό ήθος του οποίου είναι φορέας και, ταυτόχρονα, «καθόλου ΠαΣοΚ», ως προς τις υποκειμενικές πολιτικές δυνατότητες προσαρμοστικής διαχείρισης του ιδεολογικού πασοκισμού του, δηλαδή του αριστερού νεο-ριζοσπαστισμού του, για να μπορεί να πετύχει σήμερα μια σχετικά απρόσκοπτη «μετεξέλιξή» του.
Ο κ. Ανδρέας Πανταζόπουλος είναι επίκουρος καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης.  

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget

Αναγνώστες