Κυριακή, 23 Δεκεμβρίου 2012

LUIGI ZOJA, Ο θάνατος του πλησίον


Της Χριστίνας Φραγκεσκάκη, ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ , Αυγή
LUIGI ZOJA, Ο θάνατος του πλησίον, μτφρ. Μελέτης Μελετιάδης, επιμέλεια Αριάδνη Αλαβάνου, εκδόσεις Ίταμος, σελ. 147
Κάποτε ο ναυαγός-μετανάστης, μας λέει ο Τζόγια, ήταν μια ακραία περίπτωση ταξιδιώτη. Προκαλούσε συμπόνια, αλλά και ξυπνούσε την περιέργεια. Ήταν αγγελιοφόρος ενός άλλου κόσμου. Ερχόταν πάντα από μακριά, αλλά μπορούσε να μεταμορφωθεί σε πλησίον.  Σήμερα οι μετανάστες φτάνουν πάλι με σάπιες βάρκες, συντρίμμια. Τους νιώθουμε όμως όλο και λιγότερο σαν ταξιδιώτες και όλο και περισσότερο σαν εισβολείς. Tείνουν το χέρι και συχνά δέχονται μια λασπωμένη μπότα στο πρόσωπο. Στο αίτημά τους για έναν πλησίον, απαντάμε με τείχη και φράγματα. Τα τείχη είναι μια εισφορά στη διαγραφή του πλησίον. Τα τείχη, μας υπενθυμίζει ο Τζόγια, εμποδίζουν το σκάνδαλο του πλησίον. Θέλουν να «κλείσουν έξω» τον ανεπιθύμητο, αλλά κλείνουν εντός τους, τους διώκτες του.  
Τα τείχη λοιπόν, το νέο απλό αίτημα του καιρού μας. Ενισχυμένα από εκπαιδευμένα σκυλιά. Και τα κέντρα κράτησης. Με αποκλειστικό κριτήριο τα μελαψά χέρια. Σε απόσταση από τις κατοικίες μας. Έτσι οι ικέτες να μην φτάνουν κάτω από τα μάτια μας. Να μην κινδυνέψουμε ποτέ από τη συμπόνια, να μην ταραχτούμε.


Αν στο τέλος του 19ου αιώνα, η συνταρακτική κραυγή του Νίτσε «ο Θεός είναι νεκρός» διαχύθηκε στη γη, μετά το πέρας του 20ού μια μεγάλη υποψία πλανάται πάνω από τον κόσμο. Ή μήπως δεν είναι υποψία; Μήπως είναι καιρός να παραδεχτούμε αυτό που όλοι βλέπουμε; Είναι πια νεκρός και ο πλησίον. Ο πλησίον όπως τον είχαμε μάθει: Το πρόσωπο δηλαδή που στέκεται δίπλα μας, το αισθανόμαστε, μπορούμε να το αγγίξουμε με τα χέρια μας, να το αγκαλιάσουμε.
Στη θέση του, αναδύεται ένας άλλος πλησίον που, «μεσολαβημένος από την τεχνική» και έχοντας χάσει τις ανθρώπινες αποχρώσεις του, παύει να μας συγκινεί. Αναδύεται ένα μακρινό πρόσωπο με το οποίο επικοινωνούμε αποπροσωποποιημένα και ψυχρά. Γιατί αυτό που αγαπάμε σήμερα, στον παγκοσμιοποιημένο μας κόσμο, είναι συχνά μια απουσία. Πέφτουμε έτσι σε μια θεμελιώδη μοναξιά. Είμαστε ορφανοί δίχως αντίστοιχο προηγούμενο στην ιστορία, είτε υπό την κατακόρυφη οπτική (πέθανε ο Ουράνιος Πατήρ), είτε υπό την οριζόντια (πέθανε εκείνος που στεκόταν στο πλάι μας).

Θέματα που πραγματεύεται ο Λουίτζι Τζόγια, ψυχαναλυτής παγκόσμιας φήμης, στο βιβλίο του με τον εμβληματικό τίτλο Ο θάνατος τού πλησίον, υποστηρίζοντας πως η ταχύτητα και η δύναμη με την οποία οι νέες μορφές της τεχνικής και της οικονομίας διεισδύουν στον άνθρωπο, αναταράσσουν δραματικά τις χιλιόχρονες εσωτερικές του ισορροπίες. Αλλάζουν βαθιά τις ανθρώπινες σχέσεις, μέχρι του σημείου, η αποφυγή του άλλου, ο «θάνατός» του, να αποτελεί, ιδιαίτερα για τον άνθρωπο του δυτικού κόσμου, αναγκαία συνθήκη προς επιβίωση.
«Στη δεκαετία του 1960 και του 1970», γράφει ο Τζόγια, «κάθε εβδομάδα έπαιρνα το τρένο για Μιλάνο-Ζυρίχη. Οι Ιταλοί γκασταρμπάιτερ που το γέμιζαν, και συνέχιζαν προς Νάπολη ή Λέτσε, είχαν κουτιά και βαλίτσες δεμένα με σπάγγους. Για εκείνους ο πλησίον ήταν μια δεδομένη παρουσία. Πριν το Γκοτάρντο, έβγαζαν μια χαρτοσακούλα. Μοίραζαν σ’ όλους τούς γύρω ψωμί και αλλαντικά κι έπιναν μαύρο κρασί. Έχετε την καλοσύνη να πάρετε; έλεγε ο αρχηγός της οικογένειας δειλά, γιατί είχα στα χέρια ένα βιβλίο.[...] Εκείνοι οι αρχαϊκοί ταξιδιώτες εξαφανίστηκαν. Σήμερα όποιος ανεβαίνει στο τρένο δεν έχει έναν πλησίον».
Αλλά, αναρωτιόμαστε, μήπως έχει έναν πλησίον έξω από το τρένο; Στο μετανεωτερικό μας κόσμο έχουν απομείνει άνθρωποι που αντέχουν να έχουν έναν πλησίον; Που αντέχουν τη συγκίνηση της «ζεστής» εμπλοκής, της εγγύτητας, της οικειότητας με τον άλλον; Ήδη με το 1984 (1949), ο Όργουελ, αλλά και με το Φαρενάιτ 451 (1953), ο Μπράντμπερι, μιλούν για μια κοινωνία όπου η εξουσία δεν αφήνει κανένα περιθώριο για συμπόνια. Και στις δύο αφηγήσεις, οι άνθρωποι ζουν περικυκλωμένοι από οθόνες, η εξουσία εξαφανίζει τους γείτονες. Γείτονας είναι πλέον μόνο η οθόνη.
Υπάρχει λοιπόν κάποιος σήμερα που αναζητά έναν γείτονα; Ίσως υπάρχει, αλλά είναι πολύ δύσκολο να τον «δούμε». Έρχεται από μακριά, από την άλλη πλευρά του κόσμου κι εμείς τον αποφεύγουμε. Δεν αντέχουμε το επώδυνο του βλέμματός του.
Κάποτε ο ναυαγός-μετανάστης, μας λέει ο Τζόγια, ήταν μια ακραία περίπτωση ταξιδιώτη. Προκαλούσε συμπόνια, αλλά και ξυπνούσε την περιέργεια. Ήταν αγγελιοφόρος ενός άλλου κόσμου. Ερχόταν πάντα από μακριά, αλλά μπορούσε να μεταμορφωθεί σε πλησίον.
Σήμερα οι μετανάστες φτάνουν πάλι με σάπιες βάρκες, συντρίμμια. Τους νιώθουμε όμως όλο και λιγότερο σαν ταξιδιώτες και όλο και περισσότερο σαν εισβολείς. Tείνουν το χέρι και συχνά δέχονται μια λασπωμένη μπότα στο πρόσωπο. Στο αίτημά τους για έναν πλησίον, απαντάμε με τείχη και φράγματα. Τα τείχη είναι μια εισφορά στη διαγραφή του πλησίον. Τα τείχη, μας υπενθυμίζει ο Τζόγια, εμποδίζουν το σκάνδαλο του πλησίον. Θέλουν να «κλείσουν έξω» τον ανεπιθύμητο, αλλά κλείνουν εντός τους, τους διώκτες του.
Τα τείχη λοιπόν, το νέο απλό αίτημα του καιρού μας. Ενισχυμένα από εκπαιδευμένα σκυλιά. Και τα κέντρα κράτησης. Με αποκλειστικό κριτήριο τα μελαψά χέρια. Σε απόσταση από τις κατοικίες μας. Έτσι οι ικέτες να μην φτάνουν κάτω από τα μάτια μας. Να μην κινδυνέψουμε ποτέ από τη συμπόνια, να μην ταραχτούμε.
O θάνατος του πλησίον του Λουίτζι Τζόγια, ένα βιβλίο επίκαιρο όσο ποτέ, φωτίζει τις εσώτερες πτυχές μιας διεργασίας που μεταμορφώνει τον πλησίον σε μακρινό ον και εξοστρακίζει τον «ξένο». Έναν «ξένο» στου οποίου το δραματικό αίτημα για εγγύτητα, εμείς απαντάμε «καθαρίζοντας» τους δρόμους από το σκάνδαλο της παρουσίας του με «σκούπες» -που κυνικά τις αποκαλούμε Ξένιο Δία- και στερεώνοντας φράκτες από σίδερο και τσιμέντο, αδιαφορώντας για την προειδοποίηση του Εντσενσμπέργκερ: «όσο μια χώρα κατασκευάζει τείχη για να υπερασπιστεί τις αξίες της, τόσο λιγότερες αξίες θα έχει να υπερασπιστεί».

Η Χριστίνα Φραγκεσκάκη είναι εκπαιδευτικός-συγγραφέας

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget

Αναγνώστες