Πέμπτη, 27 Δεκεμβρίου 2012

«Παράπονα» ιστορικού: ο Χομπσμπάουμ, το έθνος και ο εθνικισμός


 Tου Παναγιώτη Νούτσου, ΕΝΘΕΜΑΤΑ
Γνώρισα από κοντά τον Έρικ Χομπσμπάουμ (1917-2012) τον Σεπτέμβριο του 1989 στο Linz της Αυστρίας, κατά την 25η διεθνή συνάντηση των ιστορικών του εργατικού κινήματος. Ήδη είχα παρακολουθήσει και, όπου ήταν δυνατό, είχα αξιοποιήσει το έως τότε συγγραφικό του έργο. Τούτο, άλλωστε, έπραττα και με τις κατοπινές του δημοσιεύσεις. Μ’ αυτήν ακριβώς τη σχέση μετείχα, με δύο κείμενα, στο Αφιέρωμα προς τιμήν του που συνέθεσε το Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης (2008). Εκείνο που συγκράτησα από τη σκέψη του είναι ότι ακόμη κι από όσα ο ίδιος έχει γράψει μπορεί να «επινοούνται» ερμηνευτικές «παραδόσεις», χωρίς ωστόσο να φέρει την ευθύνη γι’ αυτό. Ένα τέτοιο παράδειγμα σκιαγραφείται σε ό,τι ακολουθεί. Με εντελώς ανεπεξέργαστο τρόπο σημειώνεται, ήδη από το 1995 (μετά από συνέντευξή του στηνΕλευθεροτυπία) έως σήμερα, ότι η «νεοτερική προσέγγιση του έθνους ως εφεύρεσης» ή «επινόησης» αποδίδεται στον Χομπσμπάουμ. Μάλλον μια ακόμη αυτοψία, εφόσον δεν κρίνεται ικανοποιητική η παράθεση κάποιων αράδων, θα μπορούσε να αποβεί διαφωτιστική για το πώς «επινοούνται» πράγματι οι «παραδόσεις».
Θ’ αρχίσω από πίσω προς τα εμπρός, δηλαδή από την εισήγηση του Χομπσμπάουμ στο συνέδριο που οργάνωσε το περιοδικό Past and Present, για να καταλήξω στην εισαγωγή των Πρακτικών του. Στο κείμενο αυτό η διατύπωση: «επινόηση παραδόσεων» εναλλάσσεται με τη συνώνυμη: «δημιουργία παραδόσεων». Με διπλή αποτύπωση (για «λόγους ευκολίας παρά αρχής»): «επίσημες» ή «πολιτικές» και «ανεπίσημες» ή «κοινωνικές» παραδόσεις και με ενιαία αποβλεπτικότητα: να «διασφαλίσουν ή να εκφράσουν κοινωνική συνοχή και ταυτότητα και να δομήσουν τις κοινωνικές σχέσεις».
Στον ιστορικό ορίζοντα των ετών 1870-1914 «κράτος, έθνος και κοινωνία συνέκλιναν», με πεδίο ανάδυσης των παραδόσεων το «φαντασιακό»/«συμβολικό» μέσω των θεσμών της στοιχειώδους εκπαίδευσης, των δημόσιων τελετουργιών και της «μαζικής παραγωγής των δημόσιων μνημείων». Σε ένα τέτοιο «Inventarium» έχουν τη θέση τους η «Ημέρα της Βαστίλλης», η εικόνα της Δημοκρατίας με τη μορφή της Marianne, η καθιέρωση της Πρωτομαγιάς ως αργίας, η χρήση της τραγιάσκας και η διάδοση των σπορ. Αν δίδω αυτά τα παραδείγματα, είναι για να κατανοηθεί πληρέστερα τι σημαίνει «invention», με εντελώς συγκεκριμένες «κοινωνικές και πολιτικές λειτουργίες» (1983).
Κι αν προσπεράσω όλο το υπόλοιπο «Inventarium» (με ενδιάμεσους σταθμούς τα υψίπεδα της Σκωτίας, τις κοιλάδες της Ουαλίας, τη Βρετανική Μοναρχία, τη Βικτοριανή Ινδία και την αποικιακή Αφρική) και έλθω στην «Εισαγωγή», θα διακριβώσουμε την ανάγκη «ευρείας» χρήσης του όρου «επινοημένη παράδοση». Δηλαδή, θα περιλάβει τόσο εκείνες που «πραγματικά επινοήθηκαν» και «θεσπίστηκαν επίσημα» όσο και τις άλλες που «αναδύονται με λιγότερο εύκολα ανιχνεύσιμο τρόπο». Σε κάθε περίπτωση νοείται ένα «σύνολο πρακτικών» που συνήθως «διέπονται, φανερά ή σιωπηρά, από αποδεκτούς κανόνες και με τελετουργική ή συμβολική φύση» και οι οποίες αποσκοπούν να «ενσταλάξουν ορισμένες αξίες και κανόνες συμπεριφοράς μέσω επανάληψης, γεγονός που αυτόματα συνεπάγεται τη συνέχεια με το παρελθόν». Το τελευταίο, εκεί «όπου είναι δυνατόν», λειτουργεί ως «συνέχεια με ένα ταιριαστό ιστορικό παρελθόν».
Επομένως, μόνον και στο «βαθμό που υπάρχει μια τέτοια αναφορά σε στορικό παρελθόν», τότε η «συνέχεια» αυτή «γενικά» είναι «πλασματική». Στο σύνολό τους οι «επινοημένες παραδόσεις», με αναφορά ή όχι στο παρελθόν, ως «αποκρίσεις σε καινούργιες καταστάσεις» με παραπομπή σε παρελθούσες ή ως καθιερώνουσες το «δικό τους παρελθόν με οιονεί υποχρεωτική επανάληψη», κινούνται ανάμεσα στη «διαρκή μεταβολή και ανανέωση του σύγχρονου κόσμου» και στο εγχείρημα να «συγκροτηθούν τουλάχιστον κάποιες όψεις της κοινωνικής ζωής μέσα σ’ αυτόν ως αμετάβλητες και σταθερές».
Κι αν προσθέσω τις δύο σύστοιχες διακρίσεις της «επινοημένης παράδοσης», από το «έθιμο» και αντίστοιχα από τη «σύμβαση», καθώς και την υπόμνηση πως πρόκειται για «νεοτεριστικές παραδόσεις» με «εντελώς καινοφανείς σκοπούς» (μάλιστα όπου οι «παλιοί τρόποι είναι ζωντανοί, οι παραδόσεις δε χρειάζεται ούτε να αναβιώσουν ούτε να εφευρεθούν»), εύκολα γίνεται αντιληπτή η απόσταση που χωρίζει τον Hobsbawm από κάθε «αυτοσχέδιο» αφηγητή του. Με κατακλείδα μιας τέτοιας ασυμβατότητας τη διαπίστωση του πρώτου: οι «επινοημένες παραδόσεις» έχουν «μεγάλη συνάφεια» προς το «έθνος» και τα ομόλογα φαινόμενα, τον «εθνικισμό, το έθνος–κράτος, τα εθνικά σύμβολα, τις ιστορίες και τα λοιπά».
Ό,τι πράγματι έχει σχέση με τη φροντίδα του Χομπσμπάουμ και των συνεργατών του να θεματοποιήσουν ως «επινοημένες παραδόσεις». Να συνυπολογίσουν ό,τι συναφώς αποσιωπώνται, δηλαδή κοινωνικές τάξεις, «κοινωνικά συμφραζόμενα» ή «κοινωνικές σχέσεις», «εθνική οικονομία», «στρωματοποιημένες κοινωνικές ιεραρχίες», «νομιμοποίηση νέων κρατών», «ταξική συνειδητοποίηση», «θεσμούς εξουσίας», το εκπαιδευτικό σύστημα ως «μηχανή πολιτικής κοινωνικοποίησης», «εργατική τάξη» και «ανώτερη και μεσαία τάξη» (σταχυολογώ κατά σειράν διαδοχής από τις αναλυτικές κατηγορίες του κειμένου).
Κι αν κάθε αυτοψία δεν επιτελεί λειτουργίες βιοψίας, δεν μπορώ παρά να προσθέσω ό,τι ο Χομπσμπάουμ γράφει για το «εθνικό κράτος» (ακριβέστερα για «δημοκρατικά και καθαρά προσδιορισμένα έθνη» ή όχι, τόσο «εδαφικά όσο και συνταγματικά»), τον «μοντέρνο εθνικισμό» (που μπορεί να είναι «φιλελεύθερος» ή όχι), κοντολογίς για τον «συγκριτικά πρόσφατο εκείνο νεοτερισμό»: το «έθνος». Ό,τι πράγματι παραπέμπει σ’ αυτό που τον «απασχολούσε εδώ και πολύ καιρό» (1992), με επιμέρους διαπιστώσεις στα προγενέστερα έργα του (1962, 1975, 1987), με πρώτο συναφές δημοσίευμα το «Some Reflections on Nationalism» (1972) και με επιστέγασμα το Nations and Nationalism since 1780. Programme, Myth, Reality (1990, 21992).
Δεν είναι παράδοξο λοιπόν να μειώνεται συχνά η συγκεκριμένη «συνεισφορά» του «μαρξιστή ιστορικού» στη συζήτηση για το «έθνος» και τα «συναφή φαινόμενά του», όπως θα ’λεγε ο ίδιος. Χωρίς βέβαια να συγκατανεύει ο Χομπσμπάουμ στη μονολεκτική θεματοποίηση του «εθνικισμού» και κυρίως να μην αρνείται ποτέ την αυτοσύστασή του ως ερευνητή που προσπαθούσε να μεταβεί από την «κοινωνική ιστορία στην ιστορία της κοινωνίας» (1970). Στα «οδικά σήματα» ενός τέτοιου ιστοριογραφικού εγχειρήματος ανήκει η αναγνώριση ότι το ενδιαφέρον του στρέφεται προς το «τι συνέβη στην πραγματικότητα» (χωρίς αυτό «δεν είμαστε ιστορικοί»), με πεδίο εφαρμογής και την «ιστορική δημιουργία των τελευταίων διακοσίων χρόνων»: το «έθνος» (1970).
_________________
  Ο Παναγιώτης Νούτσος διδάσκει κοινωνική και πολιτική φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget

Αναγνώστες