Παρασκευή, 20 Φεβρουαρίου 2015

Το πρόβλημα με τον λαϊκισμό

 Του Cas Mudde, http://metarithmisi.gr
Το κείμενο που ακολουθεί, γραμμένο από τον θεωρητικό του πολιτικού εξτρεμισμού και του λαϊκισμού Cas Mudde, δημοσιεύτηκε στην αγγλική εφημερίδα Guardian στις 17 Φεβρουαρίου 2015, με τον τίτλο «Το πρόβλημα με τον λαϊκισμό» (τίτλος της εφημερίδας, ενώ ο συγγραφέας είχε προτείνει ως τίτλο «Λαικισμός: Ο Καλός, ο Κακός και ο Άσχημος»).
Ο Cas Mudde επισημαίνει τα κοινά χαρακτηριστικά του αριστερού και του δεξιού λαϊκισμού και υπογραμμίζει ότι όπου οι λαϊκιστές, όπως ο δεξιός Viktor Orbán στην Ουγγαρία και Hugo Chávez στη Βενεζουέλα, άσκησαν εξουσία «εισήγαγαν νέα συντάγματα τα οποία υπονομεύουν σημαντικά τους ελέγχους της φιλελεύθερης δημοκρατίας. Επιπλέον, φιλοκυβερνητικοί τοποθετήθηκαν επικεφαλής σε μη κυβερνητικούς θεσμούς, όπως τα δικαστήρια και άλλες εποπτικές επιτροπές, συχνά για περιόδους που ξεπερνούν τη θητεία της κυβέρνησης. Οποιαδήποτε αντίθεση ανατρέπεται από έναν συνδυασμό νομικών και μη νομικών πιέσεων, όπως επιδρομές από φορολογικές υπηρεσίες μέχρι την απόρριψη αιτημάτων ανανέωσης αδειών λειτουργίας ραδιοτηλεοπτικών μέσων».
Ο Mudde θεωρεί ότι ο ΣΥΡΙΖΑ είναι ένα αριστερό λαϊκιστικό κόμμα, επισημαίνοντας ότι «ο λαϊκισμός είναι μια μονιστική και ηθικολογική ιδεολογία, η οποία αρνείται την ύπαρξη διαφορετικών συμφερόντων και απόψεων μεταξύ ‘του λαού’ και απορρίπτει τη νομιμότητα των πολιτικών αντιπάλων».
Πέτρος Παπασαραντόπουλος
Η πρόσφατη εκλογική επιτυχία αριστερών λαϊκιστικών κομμάτων, όπως του ΣΥΡΙΖΑ στην Ελλάδα και των Podemos στην Ισπανία, έδωσε νέα ώθηση στη συζήτηση για τον λαϊκισμό στην Ευρώπη. Μέχρι τώρα, ο λαϊκισμός συνδεόταν σχεδόν αποκλειστικά με τη ριζοσπαστική δεξιά, οδηγώντας σε μια λανθασμένη συσχέτιση του λαϊκισμού με την ξενοφοβία.
Στην αρχική του μορφή, ο λαϊκισμός είναι μια ιδεολογία που θεωρεί ότι η κοινωνία εν τέλει χωρίζεται σε δύο ομογενείς και ανταγωνιστικές ομάδες: «τον αγνό λαό» και «τη διεφθαρμένη ελίτ», και ότι η πολιτική πρέπει να αποτελεί έκφραση της volonté générale (γενικής βούλησης) του λαού. Πρακτικά, οι λαϊκιστές πολιτικοί σχεδόν πάντα τον συνδυάζουν με άλλες ιδεολογίες, όπως ο νατιβισμός στα δεξιά και ο σοσιαλισμός στα αριστερά.
Μέχρι πριν από μερικά χρόνια υπήρχε ομοφωνία μεταξύ των ευρωπαϊκών ελίτ στα αριστερά και στα δεξιά ότι ο λαϊκισμός ήταν εγγενώς κακός. Τον απέρριπταν ως μια «παθολογία της δημοκρατίας» ή, όπως έγραψε ο Αμερικανός ιστορικός Richard Hofstadter τη δεκαετία του 1960, «ένα παρανοϊκό στυλ άσκησης πολιτικής». Η άνοδος των αριστερών λαϊκιστικών κινημάτων και κομμάτων έφερε αλλαγές στη δημόσια αντιπαράθεση, που προωθήθηκαν ιδιαίτερα από τους οπαδούς της Chantal Mouffe και του Ernesto Laclau, που υποστήριξαν ότι ο λαϊκισμός στην πραγματικότητα συνιστά την ουσία της δημοκρατικής πολιτικής. Κατά την άποψή τους, ο λαϊκισμός είναι καλός για τη δημοκρατία, ενώ το πραγματικό πρόβλημα είναι ο φιλελευθερισμός. Με απλά λόγια, και οι δύο απόψεις είναι ταυτόχρονα σωστές και λάθος. Η σχέση μεταξύ λαϊκισμού και φιλελεύθερης δημοκρατίας είναι περίπλοκη και περιλαμβάνει το καλό, το κακό και το άσχημο.
Το βασικό καλό είναι ότι ο λαϊκισμός φέρνει στο προσκήνιο ζητήματα που αφορούν μεγάλα τμήματα του πληθυσμού, τα οποία οι πολιτικές ελίτ θέλουν να αποφύγουν να τα συζητήσουν, όπως είναι η μετανάστευση για τη λαϊκιστική δεξιά ή η λιτότητα για τη λαϊκιστική αριστερά. Ηγέτες από διαφορετικά κόμματα συμπράττουν για να διατηρήσουν εκτός ατζέντας ζητήματα που διχάζουν τους ψηφοφόρους τους – όπως η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση και η μετανάστευση.
Σε άλλες περιπτώσεις προχωρούν και ένα βήμα παραπάνω, αποκλείοντας εντελώς επίμαχους τομείς από τη δημοκρατική διαδικασία, αναθέτοντάς τους σε ανεξάρτητα τεχνοκρατικά ιδρύματα (όπως τα δικαστήρια ή οι κεντρικές τράπεζες). Σε πολλές περιπτώσεις οι πολιτικές ελίτ συνεργάζονται στενά με τις πολιτιστικές και οικονομικές ελίτ, με αποτέλεσμα να μην αφήνουν στην πραγματικότητα καθόλου χώρο για δημοκρατική αντιπολίτευση. Για να παραφράσουμε τον μαρξιστή πολιτικό θεωρητικό Benjamin Arditi, σε αυτές τις περιπτώσεις ο λαϊκισμός συμπεριφέρεται όπως ο μεθυσμένος επισκέπτης σε ένα πάρτι, ο οποίος δεν σέβεται τους κανόνες της δημόσιας αντιπαράθεσης, αλλά μιλάει για τα οδυνηρά αλλά πραγματικά προβλήματα της κοινωνίας.
Το βασικό κακό είναι ότι ο λαϊκισμός είναι μια μονιστική και ηθικολογική ιδεολογία, η οποία αρνείται την ύπαρξη διαφορετικών συμφερόντων και απόψεων μεταξύ «του λαού» και απορρίπτει τη νομιμότητα των πολιτικών αντιπάλων. Καθώς οι λαϊκιστές είναι η vox populi, δηλαδή η φωνή όλου του λαού, οποιοσδήποτε εκφράζει διαφορετική άποψη εξυπηρετεί «συγκεκριμένα συμφέροντα», δηλαδή της ελίτ. Δεδομένου ότι η βασική διάκριση είναι αυτή μεταξύ του αγνού λαού και της διεφθαρμένης ελίτ, οποιοσδήποτε συμβιβασμός θα οδηγούσε στη διαφθορά του λαού και γι’ αυτόν τον λόγο απορρίπτεται. Αυτή η αδιάλλακτη στάση οδηγεί σε μια πολωμένη πολιτική κουλτούρα, στην οποία μη λαϊκιστές μετατρέπονται σε αντι-λαϊκιστές.
Ο λαϊκισμός γίνεται συνήθως άσχημος όταν αποκτά την εξουσία. Αν χρειάζεται να την μοιραστεί με μη λαϊκιστές, οι επιπτώσεις, θετικές ή αρνητικές, είναι συνήθως μικρές (σκεφτείτε τις κυβερνήσεις Schüssel με το λαϊκιστικό ριζοσπαστικό δεξιό κόμμα FPO στην Αυστρία). Ακόμα και όταν οι λαϊκιστές κυριαρχούν στην κυβέρνηση, όπως συμβαίνει αυτή τη στιγμή στην Ελλάδα, οι αρνητικές πτυχές του λαϊκισμού συχνά περιορίζονται, αν και όχι χωρίς προσπάθεια. Λαϊκιστές όπως ο Silvio Berlusconi στην Ιταλία, οι Kaczyńskis στην Πολωνία, ή ο Vladimír Mečiar στη Σλοβακία τακτικά προσπαθούν να παρακάμψουν ή να υπονομεύσουν τις αντισταθμιστικές δυνάμεις, όπως ανεξάρτητους δικαστές και την αντιπολίτευση. Στις περισσότερες περιπτώσεις συναντούν την επιτυχή αντίθεση άλλων τμημάτων της πολιτικής δομής – συχνά με τη βοήθεια από εξωτερικές επιρροές, κυρίως την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Ωστόσο, η παρούσα κατάσταση στην Ουγγαρία και τη Βενεζουέλα μας δείχνει ότι ο λαϊκισμός μπορεί να τα καταφέρει όταν διαθέτει τον απόλυτο έλεγχο της χώρας. Με την υποστήριξη εντυπωσιακά μεγάλης λαϊκής πλειοψηφίας στις εκλογές, λαϊκιστές ηγέτες όπως οι Viktor Orbán και Hugo Chávez εισήγαγαν νέα συντάγματα τα οποία υπονομεύουν σημαντικά τους ελέγχους της φιλελεύθερης δημοκρατίας. Επιπλέον, φιλοκυβερνητικοί τοποθετήθηκαν επικεφαλής σε μη κυβερνητικούς θεσμούς, όπως τα δικαστήρια και άλλες εποπτικές επιτροπές, συχνά για περιόδους που ξεπερνούν τη θητεία της κυβέρνησης. Οποιαδήποτε αντίθεση ανατρέπεται από έναν συνδυασμό νομικών και μη νομικών πιέσεων, όπως επιδρομές από φορολογικές υπηρεσίες μέχρι την απόρριψη αιτημάτων ανανέωσης αδειών λειτουργίας ραδιοτηλεοπτικών μέσων.
Με λίγα λόγια, ο λαϊκισμός είναι μια μη φιλελεύθερη δημοκρατική απάντηση στον μη δημοκρατικό φιλελευθερισμό. Επικρίνει τον αποκλεισμό σημαντικών ζητημάτων από την πολιτική ατζέντα από τις ελίτ και ζητάει την επαναπολιτικοποίησή τους. Ωστόσο, αυτό έχει το τίμημά του. Οι απόλυτες απόψεις του λαϊκισμού (μαύρο ή άσπρο) και η αδιάλλακτη στάση του οδηγούν σε μια πολωμένη κοινωνία – για την οποία, βέβαια, ευθύνονται και οι δύο πλευρές– και ο πλειοψηφικός εξτρεμισμός του αρνείται τη νομιμότητα των απόψεων των αντιπάλων και αποδυναμώνει τα δικαιώματα των μειοψηφιών. Αν και ο αριστερός λαϊκισμός είναι συχνά λιγότερο αποκλειστικός από τον δεξιό λαϊκισμό, η βασική διαφορά μεταξύ τους δεν έγκειται στο αν αποκλείουν κάποιους, αλλά στο ποιους αποκλείουν, κάτι το οποίο κατά κύριο λόγο καθορίζεται από την ιδεολογία που τους συνοδεύει (π.χ. εθνικισμός ή σοσιαλισμός).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget

Αναγνώστες