Τρίτη, 24 Φεβρουαρίου 2015

Εργασία για όλους

 Επιμέλεια Θανάσης Γιαλκέτσης, Εφημερίδα των Συντακτών
H οικονομική κρίση που ξέσπασε το 2008 έφερε ξανά στην επικαιρότητα τη σκέψη του Αμερικανού οικονομολόγου Χάιμαν Μίνσκι (1919-1996). Ο Μίνσκι ήταν η Κασσάνδρα που προφήτεψε την κρίση. Είχε έγκαιρα διαγνώσει ότι ο καπιταλισμός έχει μπει σε μια φάση (τη φάση του money manager capitalism) στην οποία οι χρηματοπιστωτικές αγορές κυριαρχούν πάνω στην πραγματική οικονομία. Αυτή η εξέλιξη καθιστά την οικονομία λιγότερο αποτελεσματική στο πεδίο της αύξησης της παραγωγικότητας και ταυτόχρονα περισσότερο ασταθή και εκτεθειμένη στον κίνδυνο ανεξέλεγκτων και καταστροφικών κρίσεων. Ο Μίνσκι κατέδειξε ότι οι τράπεζες και οι άλλοι χρηματοπιστωτικοί θεσμοί, καθώς γίνονται όλο και περισσότερο πολύπλοκοι και ανεξάρτητοι, μπορούν να προκαλέσουν την κατάρρευση ολόκληρου του οικονομικού συστήματος. Αν δεν υπάρξει ισχυρή δημόσια παρέμβαση, μια κρίση που θα προκληθεί από τον ανεξέλεγκτο χρηματοπιστωτικό τομέα μπορεί να μετατραπεί σε βαθιά ύφεση. Ο Μίνσκι πίστευε ότι η οικονομική πολιτική θα πρέπει να εμπνέεται από το ιδεώδες της «δίκαιης κοινωνίας». Το θεωρητικό του έργο προμηθεύει πολύτιμα στοιχεία για να κατανοήσουμε τη σύγχρονη οικονομική πραγματικότητα και να παρέμβουμε σ’ αυτήν. Το ακόλουθο άρθρο του Ιταλού οικονομολόγου Ντανιέλε Αρκιμπούτζι δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Il Manifesto».
Yπάρχουν δύο τρόποι για να καταπολεμήσουμε τη φτώχεια. Ο πρώτος είναι να διευρύνουμε τα επιδόματα που δίνουν στους άπορους τη δυνατότητα να αντιμετωπίζουν τις πιο επιτακτικές ανάγκες τους. Ο δεύτερος είναι να βρούμε δουλειά για όλους, έτσι ώστε κάθε οικογένεια να μπορεί να μεριμνά για τις ανάγκες της με τους μισθούς που κερδίζει.
Ο πρώτος τρόπος προέρχεται από τη φιλανθρωπία και έχει γεννήσει πολλούς από τους θεσμούς του κράτους πρόνοιας. Ο δεύτερος έχει οδηγήσει, αντίθετα, στις ενεργητικές πολιτικές της απασχόλησης και συχνά στην άμεση δημιουργία θέσεων εργασίας από μέρους της κυβέρνησης.
Ο Χάιμαν Μίνσκι υπήρξε ένας από εκείνους που αντιτάχθηκαν στον πρώτο τρόπο και ένας παθιασμένος υποστηρικτής του δεύτερου. Μαθητής του Σουμπέτερ στο Χάρβαρντ, προσεκτικός παρατηρητής των πολιτικών του New Deal, κεϊνσιανός οικονομολόγος από επιλογή, υπήρξε ένας σύμβουλος με κύρος –αν και δεν εισακουόταν– των αμερικανικών κυβερνήσεων των Δημοκρατικών. Υπήρξε ένας από τους πρώτους που αποκάλυψαν την αστάθεια και την ευθραυστότητα των χρηματοπιστωτικών συστημάτων της καπιταλιστικής οικονομίας και τους κινδύνους που συνδέονται με την υπερχρέωση των τραπεζών και των επιχειρήσεων.
Αρχιζε τις διαλέξεις του με μια προκλητική δήλωση: «Το πιο σημαντικό οικονομικό γεγονός της εποχής μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο είναι κάτι που δεν συνέβη: δεν υπήρξε μια βαθιά και συνεχής ύφεση, ανάλογη με τη μεγάλη κρίση του 1929». Οσοι τον άκουγαν έκαναν ξόρκια κάτω από το κάθισμά τους, αλλά έπειτα εκτιμούσαν την πυκνή επιχειρηματολογία με την οποία ανέλυε τους κινδύνους που συνεπάγεται η χρηματοπιστωτική αστάθεια και περιέγραφε τις δράσεις που είναι αναγκαίες για τη θεραπεία της. Ούτε οι κυβερνήσεις ούτε οι κεντρικές τράπεζες πρόσεχαν αυτά που έλεγε.
Καθώς πέθανε το 1996, δεν πρόλαβε να δει να επαληθεύεται, το 2008, η δική του θλιβερή προφητεία, και μάλιστα για τους λόγους που αυτός είχε φωτίσει. Η Wall Street και το City, η Ουάσινγκτον και η Φρανκφούρτη μόνον μετά την καταστροφή άρχισαν να παίρνουν στα σοβαρά τις ιδέες του, τόσο που το περιοδικό «New Yorker» όρισε καυστικά αυτή τη μεταθανάτια δικαίωση ως «Minsky moment». Τώρα το Levy Economic Institute της Νέας Υόρκης μάς προσφέρει μιαν άλλη σειρά γραπτών του Μίνσκι αφιερωμένων στις πολιτικές της πλήρους απασχόλησης (Hyman Minsky, «Combattere la povertà», Ediesse, 2014). Ο Μίνσκι επεξεργάζεται τις ιδέες του για την εργασία σε μια περίοδο οικονομικής ανάπτυξης, της οποίας οι Ηνωμένες Πολιτείες ήσαν η ατμομηχανή. Παρά τα ποσοστά ανάπτυξης, που σε σύγκριση με την τωρινή στασιμότητα φαίνονται ιλιγγιώδη, ο Μίνσκι έβλεπε ήδη ένα από τα παράδοξα του καιρού μας, που είναι η αθλιότητα μέσα στην αφθονία.
Η κοινωνία της ευημερίας, υποστήριζε ο Μίνσκι, δεν μπορεί να δημιουργηθεί μόνο με πολιτικές κοινωνικής πρόνοιας. Η συνδρομή που παρέχεται στους ανέργους μπορεί να βοηθήσει βραχυπρόθεσμα, αλλά το να αφήνουμε χιλιάδες νέους έξω από την αγορά της εργασίας ισοδυναμεί με το να καταστρέφουμε πολύτιμους ανθρώπινους πόρους. Χωρίς απασχόληση αυτοί οι νέοι δεν θα μπορέσουν να ενταχθούν στην κοινωνική και πολιτική ζωή. Θα είναι όμως δυσαρεστημένοι και εκείνοι που, με τους φόρους τους, θα πρέπει να τους συντηρούν για να μην κάνουν τίποτα.
Ο Μίνσκι θεωρούσε αναγκαίο να πλήξουμε τη δομική συνιστώσα της ανεργίας, που είναι η πηγή της δυσαρέσκειας και της κοινωνικής σύγκρουσης. Η κυβέρνηση όφειλε να είναι πιο τολμηρή, δημιουργώντας άμεσα εκείνες τις θέσεις εργασίας που η αγορά δεν ήταν σε θέση να δημιουργήσει. Από δω προκύπτει η ιδέα ότι η κυβέρνηση οφείλει να γίνει «εργοδότης έσχατης προσφυγής». Η ιδέα του Μίνσκι ήταν να δημιουργηθεί ένας εφεδρικός βιομηχανικός στρατός, έτοιμος να αναλάβει δράση σε περιόδους κρίσης, για προγράμματα κοινωνικών και περιβαλλοντικών υποδομών, ο οποίος έπειτα θα μπορούσε να απορροφηθεί από την αγορά στις περιόδους επέκτασης.
Το 1933 εκλέχθηκαν ο Αντολφ Χίτλερ και ο Φράνκλιν Ρούζβελτ με ένα μοναδικό κοινό σημείο: την άμεση δημιουργία απασχόλησης. Αυτό καταδείκνυε ότι δεν ήταν μόνον οι αυταρχικές κυβερνήσεις εκείνες που μπορούσαν να δημιουργούν εργασία, αλλά όφειλαν να το κάνουν και οι φιλελεύθερες και όποιος αποτύγχανε κινδύνευε να οδηγήσει σε ανεξέλεγκτες κοινωνικές ταραχές. Αφού αφομοιώθηκε το μάθημα, στη διάρκεια του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου θα αναπτυχθούν και στην Ευρώπη προγράμματα για την εξασφάλιση της πλήρους απασχόλησης, όπως εκείνα του Ουίλιαμ Μπέβεριτζ στη Μεγάλη Βρετανία και του Ερνέστο Ρόσι στην Ιταλία.
Η διάρκεια της τωρινής οικονομικής κρίσης δεν μας επιτρέπει να λησμονήσουμε αυτήν την παράδοση. Η δημόσια παρέμβαση, που είναι χρήσιμη για να συγκρατεί τις επεκτατικές φάσεις του οικονομικού κύκλου, γίνεται ζωτικής σημασίας προκειμένου να εμποδιστεί η μετατροπή της ύφεσης σε μακροχρόνια οικονομική στασιμότητα.
Η κυβέρνηση Ομπάμα άντλησε διδάγματα από τις οικονομικές πολιτικές των κυβερνήσεων Δημοκρατικών προέδρων όπως ο Ρούζβελτ, ο Κένεντι και ο Κλίντον, ενώ η Ευρώπη αποκαλύφθηκε επικίνδυνα προκεϊνσιανή, μειώνοντας την κυβερνητική δαπάνη και διαλύοντας τις δημόσιες επιχειρήσεις σε μια περίοδο που υπήρχε η μεγαλύτερη ανάγκη γι’ αυτές, χωρίς εξάλλου να πετύχει κάποιο θετικό αποτέλεσμα στο δημόσιο χρέος. Κυρίως όμως κάηκαν οι ανθρώπινοι πόροι των νέων γενεών, που αρκέστηκαν στα επιδόματα και συνήθισαν να φυτοζωούν σε μια γκρίζα ζώνη κυριαρχούμενη συχνά από απραξία και απόγνωση.
Επί ένα τέταρτο του αιώνα ο Μίνσκι δίδασκε στο Πανεπιστήμιο Ουάσινγκτον του Σεντ Λιούις, έναν αποτελεσματικό ιδιωτικό θεσμό που απέχει μόνο δεκαπέντε λεπτά από το Φέργκιουσον, μια μικρή πόλη στην οποία το 17% του πληθυσμού, μεγάλο μέρος του οποίου είναι μαύροι, ζει κάτω από το όριο της φτώχειας. Ο Μίνσκι γνώριζε καλά για ποιο πράγμα μιλούσε. Αν εισακουόταν από την κυβέρνηση ίσως να μην υπήρχαν πλέον γκέτο στις Ηνωμένες Πολιτείες. Σήμερα το έργο του θυμίζει στην Ευρώπη ότι χωρίς εργασία για όλους, τα πολιτικά μας συστήματα κινδυνεύουν να καταρρεύσουν.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget

Αναγνώστες