Τρίτη, 2 Σεπτεμβρίου 2014

Η αναγκαία υπέρβαση

 
Του Ανδρέα Πανταζόπουλου, ΒΗΜΑ

Εχουμε και αλλού υποστηρίξει ότι ο πραγματικός γενέθλιος «τόπος» του ΠαΣοΚ είναι ο Ιούλιος του '65. Η ερμηνεία εκείνων των γεγονότων από τον Ανδρέα Παπανδρέου ενισχύει μία εδραία εθνικο-λαϊκή αφήγηση η οποία κραδαίνει με υπερηφάνεια τη διαχρονική αντιστασιακή της σημαία. Και ταυτόχρονα τη σχηματοποιεί, πολιτικοποιώντας την. Ας θυμηθούμε: το ελληνικό πρόβλημα, η άρση των αιτίων μιας χρόνιας ελληνικής υπανάπτυξης, σύμφωνα με τον μελλοντικό ιδρυτή του ΠαΣοΚ, δεν μπορεί να ευοδωθεί αν προηγουμένως δεν επιλυθεί το πολιτικό πρόβλημα της χώρας. Ποιο ήταν αυτό; Η «εξάρτηση» μιας «περιφερειακής», «αποικιακής» χώρας από τον «ιμπεριαλισμό» και τις «πολυεθνικές», κ.λπ. Διατυπωνόταν δηλαδή μια μεταχρονολογημένη τριτοκοσμική θέση, σύμφωνα με την οποία από τη στιγμή που θα πληγεί η εξάρτηση στην κορυφή (με την κατάκτηση της εξουσίας από ένα γνήσια πατριωτικό και λαϊκό κίνημα, όπως μερικά χρόνια αργότερα θα αυτοχρισθεί το ΠαΣοΚ), τότε, αυτομάτως, όλα τα προβλήματα, με πρώτο αυτό της οικονομίας, αλλά και της εκπαίδευσης, βασικοί φορείς της κοινωνικής ανάπτυξης, θα βρουν τον δρόμο τους. Ολα, συνεπώς, συνοψίζονταν σε ένα ζήτημα «πολιτικής βούλησης», μιας ριζικής «αλλαγής» στην «κορυφή» της εξουσίας, που θα συνοδευόταν από την «ελληνοποίηση του κρατικού μηχανισμού» και την άσκηση μιας «περήφανης», «αδέσμευτης» εξωτερικής πολιτικής. Μια ρητορική που και σήμερα δεν μας είναι καθόλου ξένη, προερχόμενη και από τα δύο «άκρα».
Αν τα πολιτικά κόμματα συγκροτούν την ταυτότητά τους και μέσω της πολιτικής σύγκρουσης, με την έννοια ότι, για παράδειγμα, ένα αριστερό κόμμα δεν μπορεί να υπάρξει ως τέτοιο παρά μέσα από την αντίθεσή του με ένα δεξιό κόμμα (και αντιστρόφως), το στοίχημα της μετα-μεταπολίτευσης, για όσους προσβλέπουν στην ανασυγκρότηση της Κεντροαριστεράς, και στο πλαίσιο των εξελίξεων των τελευταίων χρόνων που οδήγησαν στις συγκυβερνήσεις ΝΔ-ΠαΣοΚ, θα μπορούσε να συνοψισθεί και στην εξής διατύπωση: πώς να υπερβούμε τη στείρα αντιδεξιά κουλτούρα του μεταπολιτευτικού εθνικολαϊκισμού επινοώντας ταυτόχρονα μια νέα μη-δεξιά ταυτότητα; Η μετάβαση, με άλλα λόγια, από την αντιδεξιά στη μη-δεξιά, από μία μνησίκακη και στερητική ταυτότητα σε μια αντι-χιμαιρική και εξομαλυσμένη ταυτότητα, αντι-μικροαστική και λαϊκότροπη ταυτόχρονα, είναι η μεγάλη πρόκληση. Και αυτό, μάλιστα, μέσα σε ένα δύσκολο ευρωπαϊκό περιβάλλον όπου τα επί της ουσίας όρια Αριστεράς/Δεξιάς γίνονται όλο και πιο δυσδιάκριτα, σε σημείο που να νομιμοποιείται κάποιος να θέτει το βάσιμο ερώτημα για την υπαρκτή πολιτική αξία αυτής της «διαίρεσης».

Και μόνο η διατύπωση του προβλήματος παραλύει τον παρατηρητή. Γιατί μέσα σε αυτά συμφραζόμενα, τα εν δυνάμει κοινωνικά ερείσματα ενός τέτοιου εγχειρήματος είναι ισχνά, η εκσυγχρονιστική πολιτική ελίτ κατακερματισμένη και χωρίς στρατηγικό προσανατολισμό, η εθνικολαϊκιστική παράδοση πιέζει ασφυκτικά, ενώ η τελευταία (αντι-) μνημονιακή τετραετία αναβάπτισε όλους της τους δαίμονες. Η εθνικο-ανεξαρτησιακή και αντι-ευρωπαϊκή αντιστασιολαγνεία, που στην πραγματικότητα μορφάζει θρασύδειλη ανατολίτικη εθελοδουλία (η πρόσφατη επιστολή του Μ. Γλέζου προς τον Πούτιν εικονίζει ανάγλυφα το ανυπέρβλητο σύμπλεγμα ανεύθυνης ελληνοπρεπούς ανημπόριας με την πιο αντιδραστική πίστη στο μαγικό φαντασιακό της «λύτρωσης» που θα 'ρθει απέξω), μεταμφιέζεται ανάλογα τη συγκυρία και φωλιάζει παντού. Με τρόπο ώστε να καθιστά το ελληνικό πρόβλημα πολιτικο-πολιτισμικό και την οικονομική του διάσταση ένα «απλό» επιφαινόμενο.

Εχουμε και αλλού υποστηρίξει ότι ο πραγματικός γενέθλιος «τόπος» του ΠαΣοΚ είναι ο Ιούλιος του '65. Η ερμηνεία εκείνων των γεγονότων από τον Ανδρέα Παπανδρέου ενισχύει μία εδραία εθνικο-λαϊκή αφήγηση η οποία κραδαίνει με υπερηφάνεια τη διαχρονική αντιστασιακή της σημαία. Και ταυτόχρονα τη σχηματοποιεί, πολιτικοποιώντας την. Ας θυμηθούμε: το ελληνικό πρόβλημα, η άρση των αιτίων μιας χρόνιας ελληνικής υπανάπτυξης, σύμφωνα με τον μελλοντικό ιδρυτή του ΠαΣοΚ, δεν μπορεί να ευοδωθεί αν προηγουμένως δεν επιλυθεί το πολιτικό πρόβλημα της χώρας. Ποιο ήταν αυτό; Η «εξάρτηση» μιας «περιφερειακής», «αποικιακής» χώρας από τον «ιμπεριαλισμό» και τις «πολυεθνικές», κ.λπ. Διατυπωνόταν δηλαδή μια μεταχρονολογημένη τριτοκοσμική θέση, σύμφωνα με την οποία από τη στιγμή που θα πληγεί η εξάρτηση στην κορυφή (με την κατάκτηση της εξουσίας από ένα γνήσια πατριωτικό και λαϊκό κίνημα, όπως μερικά χρόνια αργότερα θα αυτοχρισθεί το ΠαΣοΚ), τότε, αυτομάτως, όλα τα προβλήματα, με πρώτο αυτό της οικονομίας, αλλά και της εκπαίδευσης, βασικοί φορείς της κοινωνικής ανάπτυξης, θα βρουν τον δρόμο τους. Ολα, συνεπώς, συνοψίζονταν σε ένα ζήτημα «πολιτικής βούλησης», μιας ριζικής «αλλαγής» στην «κορυφή» της εξουσίας, που θα συνοδευόταν από την «ελληνοποίηση του κρατικού μηχανισμού» και την άσκηση μιας «περήφανης», «αδέσμευτης» εξωτερικής πολιτικής. Μια ρητορική που και σήμερα δεν μας είναι καθόλου ξένη, προερχόμενη και από τα δύο «άκρα».

Αναμφίβολα, αυτή η ιδεολογικο-πολιτική ταυτότητα, που μετά το 1974 και το 1981 έγινε και πολιτική στρατηγική κατάκτησης και συντήρησης της εξουσίας, ενισχύοντας και διευρύνοντας τον πατροπαράδοτο κρατισμό, λειτούργησε εξομαλυντικά, δημοκρατικά, ενσωματώνοντας τις ως τότε «αποκλεισμένες μάζες στην πολιτική». Αλλά αυτή η άρση του μετεμφυλιακού δυϊσμού είχε το ακριβό της αντίτιμο. Τα κοινωνικά, οικονομικά, κ.λπ., προβλήματα, οι σχέσεις εξουσίας, πολιτικές ή μη, κατανοήθηκαν και προβλήθηκαν ανθρωπομορφικά, η εκβιαστική λογική της ισχύος επικράτησε σε αρχές και αξίες, το «συμβόλαιο με τον λαό» αντικατέστησε τον δημοκρατικό νόμο.
Αυτή η «ιδεολογία σε πρακτική κατάσταση», όπως έλεγαν παλιότερα και κάποιοι μαρξιστές, είναι και σήμερα παρούσα, μεγαλειώδης στην ακαταμάχητη αντιστασιακή της ελληνοπρέπεια, υπονομευτική στην κυνική δημαγωγία της. Αυτή η κουλτούρα της αντίστασης είναι ο υπ' αριθμόν ένας εχθρός μιας νέας ταυτότητας στον χώρο της Κεντροαριστεράς. Και δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι θα υποχωρήσει, παρά τις πρόσφατες εκλογικές της αποτυχίες. Με την έννοια αυτή, η Κεντροαριστερά οφείλει να αναμετρηθεί με την κληρονομιά της, να την αποδομήσει και να την υπερβεί, σφυρηλατώντας ταυτόχρονα, μέσα σε ένα δύσκολο περιβάλλον, τη φιγούρα μιας νέας λαϊκής φυσιογνωμίας.
Η ριζοσπαστική κριτική στον πολιτικό βολονταρισμό που συντηρεί μοιραίες αντιστασιακές ψευδαισθήσεις δεν συνιστά παραίτηση από την πολιτική, το αντίθετο, μπορεί να τη λυτρώσει από τα δεσμά που της χάλκευσε η βύθισή της στη δημαγωγία, να την απεξαρτήσει από μία κοινωνία που νομίζει ότι όλοι της χρωστάνε. Η αναγκαία ανακοινωνικοποίηση της Κεντροαριστεράς, η επανεπινόησή της, είναι και ένας αγώνας με τον ίδιο της τον εαυτό.

* Ο κ. Ανδρέας Πανταζόπουλος είναι επίκουρος καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο ΑΠΘ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget

Αναγνώστες