Τρίτη, 2 Σεπτεμβρίου 2014

Κριστιάν Λαβάλ Γιατί επέζησε ο νεοφιλελευθερισμός;

Από τον Θανάση Γιαλκέτση, Εφημερίδα των Συντακτών
 Σε συνέντευξή του στην εφημερίδα «Il manifesto» ο Κριστιάν Λαβάλ, καθηγητής Κοινωνιολογίας στο Πανεπιστήμιο της Ναντέρ στο Παρίσι και συγγραφέας του βιβλίου «La nouvelle raison du monde. Essai sur la société néolibérale» (La Découverte, 2009) μαζί με τον φιλόσοφο Πιερ Νταρντό, μιλά για τον νεοφιλελευθερισμό ως μορφή ζωής. Ο Κριστιάν Λαβάλ είναι καθηγητής Κοινωνιολογίας στο Πανεπιστήμιο της Ναντέρ στο Παρίσι. Ο κοινωνιολόγος Λαβάλ και ο φιλόσοφος Πιερ Νταρντό έχουν γράψει από κοινού ένα σημαντικό βιβλίο με τίτλο «La nouvelle raison du monde. Essai sur la société néolibérale» (La Découverte, 2009). Σύμφωνα με τους δύο Γάλλους μελετητές, ο νεοφιλελευθερισμός δεν είναι μόνον μια ιδεολογία ή μια οικονομική πολιτική. Είναι πρωτίστως μια μορφή ζωής, μια νέα ορθολογικότητα που διαμορφώνει την ατομική ταυτότητα και τις κοινωνικές σχέσεις, υποχρεώνοντας όλους να ζουν σε ένα σύμπαν γενικευμένου ανταγωνισμού. Η ακόλουθη συνέντευξη του Κριστιάν Λαβάλ δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Il manifesto.
• Πολλοί οικονομολόγοι και πολιτειολόγοι είχαν υποστηρίξει ότι με την οικονομική κρίση ο νεοφιλελευθερισμός θα παραχωρούσε τη θέση του σε κεϊνσιανές πολιτικές. Εξι χρόνια μετά το ξέσπασμα της κρίσης, ο νεοφιλελευθερισμός συνεχίζει να αποτελεί το κυρίαρχο οικονομικό, κοινωνικό και πολιτικό μοντέλο. Ποιοι είναι, κατά τη γνώμη σας, οι λόγοι μιας τέτοιας ικανότητας επιβίωσης;


Η φράση με την οποία άρχιζε το βιβλίο μας στην πρώτη γαλλική έκδοση του 2009 ήταν: «Ο νεοφιλελευθερισμός δεν πέθανε». Ηταν ένας τρόπος για να απαντήσουμε σε όλους εκείνους οι οποίοι, μετά τη χρεοκοπία της Lehman Brothers, είχαν αμέσως σπεύσει να μιλήσουν για το «τέλος του νεοφιλελευθερισμού» (όπως έλεγε ο τίτλος ενός περίφημου άρθρου του Τζόζεφ Στίγκλιτς εκείνη την περίοδο). Σήμερα το έχουμε λησμονήσει, αλλά τότε πολλοί οικονομολόγοι και πολιτικοί ερμήνευαν την κρίση ως τη ληξιαρχική πράξη θανάτου μιας «ιδεολογίας», της νεοφιλελεύθερης, η οποία είχε οδηγήσει σε πολυάριθμες «υπερβολές» και «καταχρήσεις». Αντίθετα, οι δικές μας αναλύσεις για την ιστορία και τη βαθύτερη φύση του νεοφιλελευθερισμού καταδείκνυαν ότι αυτή η κρίση δεν αντιπροσώπευε διόλου «το τέλος του νεοφιλελευθερισμού», αλλά ένα είδος βαριάς ασθένειας, η οποία, από μόνη της, δεν σταματούσε την ανάπτυξη αυτού που ορίσαμε ως τον «νέο λόγο του κόσμου». Οι αναλύσεις «α λα Στίγκλιτς» προανάγγελλαν την επιστροφή στον Κέινς και στην κρατική παρέμβαση. Και το κράτος πράγματι παρενέβη πολύ, μετά το 2009, ακόμη και μαζικά σε ορισμένες περιπτώσεις, αλλά αυτή η παρέμβαση δεν έγινε στην κατεύθυνση που ευχήθηκε ο Στίγκλιτς. Το κράτος παρενέβη για να σώσει τον χρηματοπιστωτικό τομέα διαβρώνοντας τους μηχανισμούς κοινωνικής προστασίας, την υγεία, την παιδεία και το δικαίωμα στην εργασία. Η μεταμόρφωση της κρίσης του ιδιωτικού χρέους σε κρίση του δημόσιου χρέους προκάλεσε ριζοσπαστικοποίηση του νεοφιλελευθερισμού, που λειτούργησε σαν φαύλος κύκλος στον οποίο τα αρνητικά αποτελέσματα του ανταγωνισμού, της διόγκωσης του χρηματοπιστωτικού τομέα και των ανισοτήτων καταλήγουν να ενδυναμώνουν τις ίδιες τις αιτίες που τα παρήγαγαν. Το βλέπουμε καλά τώρα που η Ευρωπαϊκή Ενωση, με τις «διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις» και τις πολιτικές λιτότητας, προσπαθεί να επιταχύνει έναν νεοφιλελεύθερο μετασχηματισμό της κοινωνίας.

• Στο βιβλίο σας στέκεστε πολύ στην έννοια της «governance», φωτίζοντας τη μετάβαση και τις αλλαγές που αυτή η έννοια επέφερε περνώντας από την επιχείρηση στο κράτος. Είναι σαν η πολιτική να έχει δανειστεί από την οικονομία τη διαχείριση του κράτους. Είμαστε στο μαρξικό απόφθεγμα για το κράτος εγγυητή του καθεστώτος καπιταλιστικής συσσώρευσης ή παρακολουθούμε έναν ριζικό μετασχηματισμό του «πολιτικού»;

Δεν είναι καινούργιο στοιχείο το ότι το κράτος γίνεται ο εγγυητής της καπιταλιστικής συσσώρευσης. Είναι σημαντικό όμως να κατανοήσουμε ότι αυτή η λειτουργία δεν εκπληρώνεται πάντοτε με τον ίδιο τρόπο. Μέχρι τώρα, πράγματι, ο ρόλος του «εγγυητή» προϋπέθετε ότι το κράτος επιβεβαίωνε την εξωτερική του θέση και έδειχνε ενδιαφέρον για το γενικό συμφέρον σε βάρος των επιμέρους καπιταλιστικών συμφερόντων. Το καινούργιο στοιχείο αυτών των τελευταίων χρόνων, αντίθετα, είναι το ότι το κράτος γίνεται ένα αντίγραφο της επιχείρησης και θεωρεί την επιχείρηση το ιδεατό του μοντέλο. Αυτή είναι μια από τις μεγάλες ανανεώσεις του νεοφιλελευθερισμού σε σχέση με τον κλασικό φιλελευθερισμό. Αντίθετα με εκείνο που πιστεύεται συχνά, ο νεοφιλελευθερισμός δεν αντιπροσωπεύει καμιάν επιστροφή στην υποτιθέμενη «φυσική» αγορά. Στην πραγματικότητα, το κράτος παρεμβαίνει ενεργητικά για να αλλάξει την κοινωνία και την οικονομία. Αυτός ο παρεμβατισμός όμως στρέφεται και εναντίον του ίδιου του εαυτού του. Το κράτος αλλάζει μορφή και λειτουργία καθώς αναπτύσσονται οι νεοφιλελεύθερες πολιτικές. Οι λεγόμενες «μεταρρυθμίσεις του κράτους πρόνοιας», για παράδειγμα, είναι δημόσιες πολιτικές με στόχο να παραγάγουν ένα είδος αυτομετασχηματισμού του κράτους, που ενσωματώνει λόγους και πρακτικές, τρόπους αξιολόγησης και διαχείρισης, που προέρχονται από τον ιδιωτικό τομέα. Αυτό το «επιχειρηματικό κράτος» τείνει να τροποποιεί τα υπάρχοντα όρια μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, καθώς και μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού δικαίου. Προτρέχοντας των καιρών, η Μάργκαρετ Θάτσερ έλεγε ότι χρειαζόταν να αλλάξει «η ψυχή και η καρδιά» των ανθρώπων. Και για να αλλάξει η καρδιά, έπρεπε να μετασχηματιστούν οι συνθήκες και οι καταστάσεις στις οποίες ζουν οι άνθρωποι, να βρεθούν σε συνθήκες ανταγωνισμού και να εγκλωβιστούν σε προκαθορισμένα σχήματα σκέψης, βασιζόμενα στη λογική του homo oeconomicus. Με άλλα λόγια, η καπιταλιστική συσσώρευση, ο ανταγωνισμός, το κέρδος δεν είναι μόνον οικονομικοί στόχοι και κριτήρια, αλλά τείνουν να γίνουν κοινωνικοί κανόνες που υπερβαίνουν τα στενά πλαίσια της οικονομίας. […]

• Στα συμπεράσματα του βιβλίου σας μιλάτε για το τέλος της φιλελεύθερης δημοκρατίας. Ποια είναι επομένως η μορφή διακυβέρνησης που ταιριάζει στον νεοφιλελευθερισμό;

Η φιλελεύθερη δημοκρατία βασιζόταν σε έναν καθαρό διαχωρισμό της δημόσιας και της ιδιωτικής σφαίρας, τον οποίο εγγυούνταν στέρεοι νομικοί και θεσμικοί φραγμοί μεταξύ του πολιτικού κόσμου και του οικονομικού σύμπαντος. Είναι αλήθεια ότι αυτός ο διαχωρισμός ήταν μια υποκρισία, την οποία οι μαρξιστές είχαν αμέσως επισημάνει και καταγγείλει. Ωστόσο, αυτή η υποκρισία είχε ένα πραγματικό αποτέλεσμα: να αποφεύγεται η υποβάθμιση της πολιτικής σε απλή υπεράσπιση των κυρίαρχων συμφερόντων. Μάλιστα το πολιτικό «παιχνίδι» που άρχισε να δημιουργείται με αυτόν τον τρόπο επέτρεψε, ιστορικά, να συγκρατηθούν τα ιδιωτικά συμφέροντα μέσα σε ορισμένα όρια, υποτάσσοντάς τα στο γενικό συμφέρον. Με τον νεοφιλελευθερισμό όμως η πολιτική σφαίρα διαμορφώνεται αντιγράφοντας το υπόδειγμα της οικονομικής πραγματικότητας και όχι μόνον υπερασπίζεται τα συμφέροντα των κυρίαρχων τάξεων και των μεγάλων επιχειρήσεων, αλλά μετασχηματίζει ολόκληρη την κοινωνία σε ένα πεδίο ολοκληρωτικά υποταγμένο στο βασίλειο της καπιταλιστικής ορθολογικότητας. Σήμερα η πολιτική εμφανίζεται όλο και περισσότερο εναρμονισμένη με τη λογική του ανταγωνισμού. Η «ανταγωνιστικότητα» γίνεται η υπέρτατη πολιτική αρχή, ενώ αρχές όπως τα «δικαιώματα του πολίτη» και η «αλληλεγγύη» εξαφανίζονται όλο και περισσότερο από το προσκήνιο. Η διανοητική αποσύνθεση της ιστορικής Αριστεράς είναι ένα από τα κύρια συμπτώματα αυτής της διαδικασίας καθυπόταξης της πολιτικής στην οικονομική λογική. Προκειμένου να συνεχίσει να δίνει την ιδέα μιας παρουσίας, η Αριστερά προτίμησε να εναρμονιστεί πλήρως με το επιχειρηματικό μοντέλο. Ο επιχειρηματίας πήρε ήδη τη θέση της εργατικής τάξης, η «απόδοση» πήρε τη θέση της «κοινωνικής δικαιοσύνης». Θέλοντας να εκσυγχρονιστεί, η Αριστερά δεν έκανε στην πραγματικότητα τίποτε άλλο από το να αυτοκτονήσει. Γι’ αυτόν τον λόγο δεν μπορούμε να πούμε ότι υπάρχει μια μορφή διακυβέρνησης που προσιδιάζει στον νεοφιλελευθερισμό, επειδή αυτός μπορεί να εκμεταλλευτεί προς όφελός του οποιαδήποτε πολιτική μορφή. […]

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget

Αναγνώστες