Τρίτη, 12 Μαΐου 2015

Δικαιοσύνη όχι μόνο στα χαρτιά, μα και στην πραγματική ζωή

 
Του Γιώργου Σιακαντάρη,   ΝΕΑ

Ο νομπελίστας Αμάρτια Σεν ξέρει ότι δεν μπορεί να υπάρξει «τέλεια κοινωνία», άρα ούτε και «τέλειο σύστημα δικαιοσύνης» ως συνταγή για κάθε περίπτωση. Συσχετίζει το ιδανικό της δικαιοσύνης με τη δημόσια παρέμβαση μέσω ενός κοινωνικού κράτους. Ο οικονομόλογος Αμάρτια Κουμάρ Σεν γεννήθηκε στην Ινδία το 1933. Από το 1972 εργάζεται και διδάσκει στη Βρετανία και στις ΗΠΑ. Το 1998 του απονεμήθηκε το Βραβείο Νομπέλ Οικονομικών Επιστημών για τις έρευνές του επί των οικονομικών των κοινωνικών παροχών. Ο νομπελίστας οικονομολόγος διαψεύδει όσους βλέπουν την οικονομική επιστήμη ως πληκτική, με πίνακες διαγράμματα, αδιάφορη ως προς την καταγραφή και αξιολόγηση των κοινωνικών ανισοτήτων. Γι' αυτόν το κοινωνικό ζήτημα κάθε άλλο παρά ψευδοπρόβλημα είναι. Αντιθέτως η οικονομική επιστήμη είναι μαχητική βοηθός στον αγώνα όσων δεν προλαβαίνουν τους ρυθμούς της αγοράς. Η διαφοροποίηση του Σεν από την αδιάφορη για τις ανθρώπινες ανισότητες επιστήμη δεν αφορά μόνο τις οικονομικές αναλύσεις, αλλά και την ανάλυση της ιδέας της δικαιοσύνης. Η θεωρία της δικαιοσύνης για τον Σεν δεν μπορεί να ανάγεται στην περιγραφή της φύσης της απόλυτης δικαιοσύνης, δεν πρέπει να αναλώνεται στην ανάλυση των αρχών της και στην περιγραφή των αναγκαίων θεσμών της. Η θεωρία της δικαιοσύνης πρέπει να εστιάζει στην άμβλυνση των αδικιών, να αξιολογεί τα μέσα περιορισμού της αδικίας και της προαγωγής της, να μην εγκλωβίζεται στην περιγραφή των απόλυτα δίκαιων κοινωνικών θεσμών. Ο Σεν δεν ενδιαφέρεται για τις αφαιρέσεις αλλά για την πραγματική ζωή των ανθρώπων. Τα ιστορικά παραδείγματα και όχι οι αφαιρέσεις αποτελούν το υλικό της γραφής του. Μια γραφή που σε πολλά σημεία είναι ιδιαιτέρως παραστατική και γλαφυρή και με επιμονή καταδεικνύει ότι τίποτα το ανθρώπινο δεν της είναι ξένο.

Παρότι είναι βαθύτατα επηρεασμένος από τον αμερικανό φιλόσοφο Τζον Ρολς, εξάλλου το βιβλίο του το αφιερώνει σε αυτόν, ασκεί κριτική στις βασικές αρχές της ρολσιανής θεωρίας της δικαιοσύνης. Στον Ρολς σημείο εκκίνησης είναι οι αρχές που οφείλουν να διέπουν τους θεσμούς της δικαιοσύνης. Ο Ρολς εξετάζει - υποστηρίζει ο Σεν - τη δικαιοσύνη ως ακριβοδικία, η οποία δίνει προτεραιότητα στους δίκαιους θεσμούς και όχι στις «δίκαιες κοινωνίες». Αν και νομίζω ότι μια τέτοια κρίση αδικεί τον Ρολς, εδώ αξίζει να μείνουμε στην πρόταση του Σεν πως «οι δίκαιοι θεσμοί πρέπει να επιλέγονται όχι μόνο σε συνάρτηση με τη φύση της εκάστοτε κοινωνίας, αλλά και συνεκτιμώντας τα πραγματικά πρότυπα συμπεριφοράς που αναμένεται να προκύψουν» (σελ. 102).
Ο ορθός λόγος, αν και αποτελεί βασική συνιστώσα των αρχών της δικαιοσύνης, δεν μπορεί να μη λαμβάνει υπόψη τους περιορισμούς της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Η αξία του καντιανού ορθολογικού κριτικού ελέγχου δεν βασίζεται στο ότι αποτελεί αλάνθαστη μέθοδο εξαγωγής ορθών συμπερασμάτων, αλλά στο ότι μας επιτρέπει να είμαστε όσο το δυνατόν πιο αντικειμενικοί. Η αμεροληψία είναι ισχυρό στοιχείο της αντίληψης Σεν για τη δικαιοσύνη, μόνο όμως σε συνδυασμό με τον συνεχή διάλογο και συλλογισμό επί των πολλαπλών επιλογών της δικαιοσύνης. Οι αρχές της δικαιοσύνης δεν μπορούν να είναι ένα κλειστό στον διάλογο και τον κριτικό έλεγχο σύστημα, αλλά κάτι που προκύπτει αφού ακουστούν οι διαφορετικές φωνές των διαφορετικών ομάδων πολιτών.
Τέκνο της λογικής
Αν η συμπεριφορά των ατόμων είναι ο βασικός δρόμος που μας οδηγεί στην ιδέα της δικαιοσύνης, τότε αυτή η ιδέα δεν μπορεί να στηρίζεται αποκλειστικά  στον ορθό λόγο, αλλά και στη γωνία θέασης των πραγμάτων, στα αποτελέσματα της ανθρώπινης παρέμβασης. Ο Σεν - πώς θα μπορούσε άλλωστε να είναι διαφορετικά - θεωρεί τη λογική ως μια σταθερή και στέρεη πηγή ελπίδας, αλλά αυτή την πηγή τη συνδυάζει πάντα με τον συλλογισμό και τον διάλογο με ό,τι και για ό,τι παρουσιάζεται ως τέκνο της λογικής. Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και ο εσφαλμένος ή αγανακτισμένος λόγος μπορεί να υπόκειται στον κριτικό έλεγχο και όχι στην εκ των προτέρων απόρριψή του. Ο εσφαλμένος συλλογισμός θεραπεύεται με τον καλύτερο συλλογισμό. Η δίκαιη κοινωνία δεν είναι αυτό που στηρίζεται στους άπαξ συμφωνηθέντες θεσμούς της συμβολαιακής και υπερβατολογικής θεωρίας, αλλά ό,τι βασίζεται στον κριτικό έλεγχο, στον διάλογο και στην ανθρώπινη παρέμβαση, η οποία μειώνει τις αδικίες.
Ο Σεν στη θέση του ακριβοδίκαιου ρολσιανού «πέπλου αγνοίας» για τις περιεκτικές απόψεις των ανθρώπων τοποθετεί τον αμερόληπτο παρατηρητή του Ανταμ Σμιθ, ο οποίος είναι απαραίτητος για να μην εγκλωβιστεί κανείς σε τοποκεντρικές αντιλήψεις. Στόχος του Σεν είναι να μην παγώσουν τα πράγματα μέσα σ' ένα κλειστό, υπερβατολογικό και συμβολαιακό σχήμα, αλλά να διευκολύνει τον συλλογισμό για το πού βρίσκεται και πώς μπορεί να αμβλυνθεί η κοινωνική αδικία. Γι' αυτόν τον λόγο απορρίπτοντας τις εμφανώς μονόπλευρες γι' αυτόν θεωρίες της ορθολογικής επιλογής, προσφεύγει στη θεωρία της κοινωνικής επιλογής. Στην αντίληψη του  Σεν για την ιδέα της δικαιοσύνης δεν έχουν θέση οι «ιδεώδεις» θεωρίες, αλλά αυτές που αφήνουν περιθώριο «για την εμφάνιση ασυμφωνιών και διαφωνιών σε ορισμένα ζητήματα» (91). Αυτό που απαιτείται «είναι ο δημόσιος λόγος και όχι η απερίσκεπτη απόρριψη των αντίθετων θέσεων, όσο αβάσιμες και αν μοιάζουν αρχικά» (432). Πολύτιμες συμβουλές για τον πολύπαθο ελληνικό δημόσιο διαλόγο.
Διαφωτισμός και πάθη
Καταρχήν συνεχίζει με πάθος - εξάλλου όπως τονίζει: Διαφωτισμός, ορθός λόγος, συναισθήματα και πάθη πάνε μαζί - να αναπτύσσει με ιστορικά παραδείγματα την άποψή του πως η ελευθερία, η ανεκτικότητα, η δίκαιη κοινωνία είναι ιδέες που καθόλου δεν είναι ξένες στην «Ανατολή». Παραθέτει εδώ τις απόψεις του ινδού αυτοκράτορα Ακμπαρ (16ος αιώνας, την εποχή της ευρωπαϊκής Ιεράς Εξέτασης) για την προτεραιότητα του λόγου, του επίσης ινδού αυτοκράτορα Ασόκα (3ος π.Χ.) για την ανεκτικότητα και τον διάλογο, παραθέτει στοιχεία από το ινδικό έπος Ραμαγιάνα για τις δημοκρατικές επιλογές, τον διάλογο του Αρτζούνα, ο οποίος υποστήριζε τη σημασία του υπολογισμού του κόστους των ανθρώπινων επιλογών για κάθε ανθρώπινη πράξη, με τον Κρίσνα που υποστήριζε ότι το καθήκον δεν πρέπει να κοιτάει αποτελέσματα. Εξάλλου η αντίληψή του για τη δικαιοσύνη ως αποτέλεσμα των ανθρώπινων συμπεριφορών και όχι ως θεωρία για το πώς πρέπει να κατανέμονται «τα πρωταρχικά αγαθά» έχει τις βάσεις της στη διαμάχη δύο διαφορετικών εννοιών της δικαιοσύνης που αναπτύχθηκαν στην Αρχαία Ινδία. Η μία είναι αυτή της niti, η οποία αναφέρεται στην ορθή διάρθρωση των θεσμών και στην υποχρεωτική τήρηση των κανόνων συμπεριφοράς και η άλλη της nyaya, η οποία ενδιαφέρεται για τα αποτελέσματα που επηρεάζουν την πραγματική ζωή των ανθρώπων.
Μέχρι τώρα περιγράφτηκαν οι συλλογισμοί για τη δικαιοσύνη. Τώρα ο Σεν εισέρχεται στην ανάλυση της δικής του αντίληψης. Εδώ εξηγεί γιατί δεν τον ικανοποιούν οι συμβολαιακές θεωρίες, οι οποίες εστιάζουν στα πρωταρχικά αγαθά (Ρολς), στα οφέλη (ωφελιμισμός), στην ισότητα των πόρων (Ντβόρκιν), στις ευκαιρίες κ.λπ.
Για τον Σεν η ανθρώπινη ζωή πρέπει να διευκολύνεται από τις υπάρχουσες ελευθερίες και τις ικανότητες για την εφαρμογή τους. Η ελευθερία δεν αρκεί για να προσεγγίσουμε τη δικαιοσύνη. Αν αυτή στηρίζεται μόνο στην ελευθερία να επιλέξουμε τη θέση μας και δεν έχουμε τη δυνατότητα επιλογής των διαδικαστικών μέσων για την εφαρμογή των ιδεών μας, τότε δεν είναι ολοκληρωμένη ελευθερία. Για να επιτευχθεί η ολοκληρωμένη ελευθερία χρειάζεται να δοθεί έμφαση όχι στα αγαθά ως μέσα, αλλά στην πραγματική ικανότητα ενός προσώπου να επιδιώκει και να επιτυγχάνει τους στόχους που εκτιμά.

Το κράτος πρόνοιας κατέχει καίρια θέση
Κάποιοι που μπορούν να έχουν τα μέσα για έναν στόχο ενδεχομένως να μην μπορούν να τον επιτύχουν γιατί άλλα μειονεκτήματα, όπως η αναπηρία, οι φυλετικές ή οι ενδοοικογενειακές διακρίσεις, δεν τους διευκολύνουν στην επίτευξή του. Εδώ ο Σεν, αν και όχι πεντακάθαρα, θέτει τον στόχο του κράτους παροχής υπηρεσιών ως ασφαλιστικής δικλίδας κατά κάθε περιορισμού της ελευθερίας ως αναπτυξιακού στόχου. Κριτήριο δικαιοσύνης για τον Σεν δεν είναι οι ευκαιρίες, αλλά τα επιτεύγματα και εκεί το κράτος πρόνοιας κατέχει καίρια θέση.

Το παράδειγμα
Μια φλογέρα για τρία παιδιά που τη διεκδικούν
Η ιδέα της δικαιοσύνης μπορεί να υλοποιηθεί μόνο στις κοινωνίες της δημοκρατικής διαβούλευσης. Να η εξήγηση με ένα παράδειγμα. Ο Σεν αναφέρεται σε τρία παιδιά τα οποία διεκδικούν μια φλογέρα. Το πρώτο είναι το μόνο που ξέρει να παίζει φλογέρα και γι’ αυτό αν του τη δώσουμε θα αισθανθεί μεγάλη ευχαρίστηση, το δεύτερο είναι το πιο φτωχό και δεν έχει κανένα παιχνίδι και το τρίτο είναι αυτό που την έχει φτιάξει. Οι θεωρίες των συμβολαιακών αρχών έχουν έτοιμες την απάντηση για το ποιο παιδί δικαιούται τη φλογέρα. Για τον ηδονιστή το πρώτο, για τον εξισωτιστή το δεύτερο και για τον ελευθεριακό το τρίτο. Η δική του ιδέα της δικαιοσύνης νομιμοποιεί τη συζήτηση για το ποιο παιδί τη δικαιούται και δεν θεωρεί την απάντηση δεδομένη. Αυτή θα προκύψει μόνο μέσα από τον διάλογο και τον συλλογισμό. Η δικαιοσύνη προάγεται από συγκριτικές αξιολογήσεις και όχι από μια μοναδική τέλεια δίκαιη κοινωνία. 
Εξάλλου όπως τονίζει ο καθηγητής Φιλοσοφίας Κωνσταντίνος Παπαγεωργίου στο περιεκτικό επίμετρό του ο Σεν δεν ενδιαφέρεται να διατυπώσει μια θεωρία των ιδανικών θεσμών της δικαιοσύνης, αλλά να αναπτύξει μια ευαισθησία απέναντι στην ευπλασία και τη μοιραία συγκυριακότητα της ανθρώπινης ζωής. Ο μεταφραστής Γιώργος Χρηστίδης κατορθώνει να αποδώσει σε ωραία ελληνικά τη συνθετότητα και τη γλαφυρότητα της γραφής του Σεν.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget

Αναγνώστες