Δευτέρα, 13 Αυγούστου 2012

Αναζητώντας την εξωστρεφή ταυτότητα της Θεσσαλονίκης μέσα από ένα σχέδιο αστικής αναγέννησης στην περιοχή της δυτικής εισόδου


Πόλεις και Πολιτικές
#ΔΗΜΗΤΡΑ - ΒΑΣ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΥ , Μηχανικός Χωροταξίας και Ανάπτυξης ΑΠΘ
#ΑΘΗΝΑ ΒΙΤΟΠΟΥΛΟΥ, Λέκτορας (ΠΔ 407/80), Τμήμα Μηχανικών Χωροταξίας και Ανάπτυξης ΑΠΘ
#ΑΘΗΝΑ ΓΙΑΝΝΑΚΟΥ, Αναπλ. Καθηγήτρια (υπό τοποθέτηση), Τμήμα Μηχανικών Χωροταξίας και Ανάπτυξης ΑΠΘ
#ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΜΠΑΡΤΖΩΚΑΣ - ΤΣΙΟΜΠΡΑΣ, Μηχανικός Χωροταξίας και Ανάπτυξης ΑΠΘ

Από πολλές απόψεις θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς ότι η αστική αναγέννηση και το marketing τόπου είναι οι δύο αλληλοσυνδεόμενες όψεις της αστικής πολιτικής που ανέπτυξαν οι πόλεις τις τελευταίες δεκαετίες αναζητώντας μια θέση στο πλαίσιο του διεθνούς ανταγωνισμού των πόλεων, αλλά και της παγκοσμιότητας της αστικής ανάπτυξης. Οι ορισμοί που έχουν δοθεί για το marketing τόπου δίνουν έμφαση στη μεγιστοποίηση της οικονομικής και κοινωνικής ευημερίας της περιοχής κατά τρόπο αποτελεσματικό, σύμφωνα με τους εκάστοτε στόχους ανάπτυξης.
Από την άλλη μεριά, η αστική αναγέννηση έχει οριστεί ως εκείνη η διαδικασία κατά την οποία η πόλη επιδιώκει να επαναφέρει σε επιμέρους περιοχές τις επενδύσεις, την απασχόληση, την κατανάλωση και τη βελτίωση της ποιότητας ζωής. Πρόκειται, δηλαδή, για δύο εργαλεία αστικής ανάπτυξης που εμφανίζουν ομοιότητες, διαμορφώνοντας σημαντικές προοπτικές και ευκαιρίες για τις πόλεις, και τα οποία είναι αλληλοεξαρτώμενα, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά την αποτελεσματικότητα και την αποδοχή των επεμβάσεων που περιλαμβάνουν. 

Στην παρούσα εργασία αναλύεται αρχικά το θεωρητικό υπόβαθρο των εννοιών αστική αναγέννηση και marketing τόπου, εξετάζοντας τους στόχους και τα ειδικότερα χαρακτηριστικά τους.
Στη συνέχεια, παρουσιάζεται ένα σχέδιο αστικής αναγέννησης που αφορά την περιοχή της δυτικής εισόδου Θεσσαλονίκης που εκπονήθηκε στο πλαίσιο μιας διπλωματικής εργασίας και στο οποίο επιχειρείται η σύνδεση των αρχών και πολιτικών αστικής αναγέννησης με αυτές του marketing τόπου. Η περιοχή της δυτικής εισόδου Θεσσαλονίκης, η οποία έχει συχνά απασχολήσει τη δημόσια πολιτική στην πόλη, είναι μια περιοχή με ανάμεικτη φυσιογνωμία, έντονο το πολυπολιτισμικό στοιχείο, ιδιαίτερο βιομηχανικό παρελθόν, μεγάλες αδόμητες εκτάσεις, προβλήματα κοινωνικής φύσεως (συγκέντρωση μεταναστευτικών, πορνεία κλπ.) και προβλήματα περιβάλλοντος, ποιότητας ζωής και αισθητικής υποβάθμισης.

Με βασικό σκοπό την ενίσχυση της εξωστρέφειας της πόλης διαμορφώθηκε ένα σχέδιο αστικής αναγέννησης που φέρει την επωνυμία "Thessaloniki West Challenge" και το οποίο επιχειρεί να προωθήσει την εικόνα της επιχειρηματικής και δημιουργικής Θεσσαλονίκης. Πρόκειται για ένα σχέδιο πολυμορφικού και πολυλειτουργικού χαρακτήρα, με το οποίο επιδιώκεται η Θεσσαλονίκη να ενισχύσει την εξωστρέφειά της καλλιεργώντας ένα μακροχρόνιο ευνοϊκό κλίμα για το city brand της σε εθνικό και διεθνές επίπεδο.

1. Αστική αναγέννηση και marketing τόπου: έννοιες, στόχοι και χαρακτηριστικά δύο αλληλοσυνδεόμενων όψεων της αστικής πολιτικής

Θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς ότι ανέκαθεν οι πόλεις βρίσκονταν σε συνεχή ανταγωνισμό μεταξύ τους. Ακόμα και οι οικονομικές θεωρίες που δεν αποδέχονται τον ανταγωνισμό μεταξύ των πόλεων (θεωρία P. Krugman), θεωρώντας ότι μόνον οι επιχειρήσεις ανταγωνίζονται μεταξύ τους, αναγνωρίζουν ότι ορισμένα χαρακτηριστικά του χώρου μπορούν να επιδράσουν στον ανταγωνισμό των επιχειρήσεων (Λαμπριανίδης, 2008: 298-297). Παρ' όλα αυτά, στην εποχή της παγκοσμιοποίησης ο ανταγωνισμός μεταξύ τόπων (πόλεων ή περιφερειών) έλαβε σαφείς και έντονες διαστάσεις και προσέλκυσε ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Έτσι, προκειμένου να προσελκύσουν επενδύσεις, οι πόλεις στρέφονται προς μια «εσωτερική» αναζήτηση πολιτικών και εργαλείων ανασυγκρότησης και αναβάθμισης των χαρακτηριστικών τους. Δύο από τις ευρέως εφαρμοσμένες αστικές πολιτικές, που επεμβαίνουν στον μετασχηματισμό και στην αύξηση της ελκυστικότητας του προφίλ των πόλεων, είναι η αστική αναγέννηση (urban regeneration) και το marketing τόπου (place marketing).
Οι πιο διαδεδομένοι ορισμοί που δίνονται στη διεθνή βιβλιογραφία για την αστική αναγέννηση είναι αυτοί των Couch (1990) και Roberts & Sykes (2000). Αρχικά ο Couch (1990:2-3) όρισε την αστική αναγέννηση ως τη διαδικασία κατά την οποία η πολιτεία ή η τοπική κοινότητα επιδιώκει να επαναφέρει τις επενδύσεις, την απασχόληση, την κατανάλωση και τη βελτίωση της ποιότητας ζωής μέσα σε αστικές περιοχές. Λίγο αργότερα, οι Roberts & Sykes (2000:17) διαπιστώνουν ότι η αστική αναγέννηση αποτελεί ένα ολοκληρωμένο όραμα που οδηγεί στην επίλυση των αστικών προβλημάτων και επιδιώκει τη διαρκή βελτίωση της οικονομικής, φυσικής, κοινωνικής και περιβαλλοντικής κατάστασης μιας περιοχής που υπόκειται σε αλλαγές. Γίνεται σαφές ότι πρόκειται για μια μακροχρόνια και στρατηγικής σημασίας δραστηριότητα, η οποία έχει ως στόχο το συντονισμό και την ολοκλήρωση ευρύτερων τομεακών αστικών πολιτικών που αποσκοπούν στην ευημερία των κατοίκων και στην ανάπτυξη. Όπως υποστηρίζει ο Κομνηνός (1993: 153), μια πολιτική αστικής αναγέννησης στρέφεται κατά κανόνα προς δύο κατευθύνσεις: αφενός, να αποσύρει τα θεσμικά εμπόδια που περιορίζουν την προσφορά γης και κτισμάτων σε κεντρικές περιοχές της πόλης και να μειώσει τα εμπόδια ανοικοδόμησης από τις ιδιομορφίες της περιοχής και τους πολεοδομικούς κανονισμούς και, αφετέρου, να προβάλλει τα πλεονεκτήματα χωροθέτησης παραγωγικών δραστηριοτήτων σε περιοχές αγνοημένες από κατασκευαστικές εταιρείες και άλλους επενδυτές. Ως εκ τούτου, με τις πολεοδομικές ρυθμίσεις που εφαρμόζονται μέσα από την σχεδιαζόμενη πολιτική αστικής αναγέννησης, επιδιώκεται το άνοιγμα νέων αγορών γης και κτισμάτων, εκεί όπου θεσμικοί περιορισμοί, προειλημμένες εικόνες και ψυχολογικές εκτιμήσεις απαγόρευαν την επιχειρηματική εγκατάσταση και οικοδόμηση (Κομνηνός, 1993: 153). Το τελευταίο, αποτελεί και τον συνδετήριο κρίκο με τη διαδικασία του marketing τόπου.
Το marketing τόπου (place marketing) ή χωρικό marketing, μια έννοια επίσης παλιότερη, αν και νέα για τα Ελληνικά δεδομένα, ορίζεται από τους Kotler κ.ά. (1999: 125) ως εξής: «Το marketing τόπου αφορά στη διαδικασία σχεδιασμού ενός τόπου προκειμένου να ικανοποιήσει τις ανάγκες των αγορών-στόχων στις οποίες απευθύνεται. Μπορεί να είναι επιτυχημένο όταν ικανοποιούνται δυο παράμετροι: α) οι επιχειρήσεις και οι κάτοικοι αποκτούν ικανοποίηση από την κατανάλωση των αγαθών και των υπηρεσιών που ο τόπος τους παρέχει και β) οι προσδοκίες των αγορών στόχων (επενδύσεις, επισκέπτες κ.ά.) ικανοποιούνται, στο βαθμό που τα αγαθά και οι υπηρεσίες που τους παρέχει ο τόπος είναι και αυτά τα οποία επιθυμούν να λάβουν». Το marketing τόπου βασίζεται σαφώς στη λογική του παραδοσιακού marketing επιχειρήσεων, προϊόντων, υπηρεσιών κ.ά. Ωστόσο, πρόκειται για μια διακριτή διάσταση του marketing, που πλέον φαίνεται να θεωρείται ως «αιμοδότης» ενός τόπου για την επιβίωσή του στο σύγχρονο ανταγωνιστικό περιβάλλον (Davidson & Rogers, 2006:19). Στόχος της διαδικασίας marketing ενός τόπου είναι η «αποδόμηση της εμπειρίας» του προϊόντος «τόπος/πόλη» σε επιμέρους χαρακτηριστικά (Kotler κ.ά, 1993:47), με επιδιωκόμενο αποτέλεσμα την αύξηση της ελκυστικότητας και κατ' επέκταση την ανταγωνιστικότητα μιας περιοχής. Ωστόσο, θα πρέπει να υπογραμμιστεί ότι το marketing τόπου συμπληρώνει και δεν αντικαθιστά τον πολεοδομικό σχεδιασμό (Defner & Metaxas, 2006:4), αλλά συγκλίνει με βασικά πεδία της αστικής πολιτικής και οικονομίας.
Το marketing τόπου ξεκίνησε να προβάλλεται ως ένα νέο εργαλείο σχεδιασμού και διαχείρισης του χώρου από τη δεκαετία του '80, τη δεκαετία της ταχείας ανάδυσης των πολιτικών αστικής αναγέννησης. Ωστόσο, καθώς δέχθηκε πολύ μεγάλη αμφισβήτηση και κριτική, ουσιαστικά η σημασία της εικόνας μιας περιοχής ή στην προκειμένη περίπτωση μιας πόλης προσέλκυσε αυξανόμενο ενδιαφέρον αρκετά αργότερα και πάντα ως αποτέλεσμα της έντασης της διαδικασία της παγκοσμιοποίησης, του ανταγωνισμού και της τεχνολογικής εξέλιξης. Παράλληλα, κατά την εξέλιξη της διαδικασίας του marketing τόπου, υπήρξε μια σαφής εξειδίκευση και επικέντρωση μόνο στη διαδικασία διαχείρισης της εικόνας μιας πόλης. Πρόκειται, δηλαδή, για τη μετάβαση από την εποχή του place marketing (πριν τη δεκαετία του 2000) στην εποχή του place branding ή city branding, με άλλα λόγια στην ανάδειξη και επικράτηση ενός από τα συστατικά του marketing τόπου, δηλαδή του λανσαρίσματος της πόλης (Kavaratzis, 2008:197).
Με τον όρο city branding εννοούμε τη δημιουργία συστήματος ανταγωνιστικής ταυτότητας της πόλης. Η διαδικασία αυτή επικεντρώνεται κυρίως στην αντίληψη των ανθρώπων για τις πόλεις και προσπαθεί να την επηρεάσει με τέτοιο τρόπο ώστε να ευνοεί τις παρούσες συνθήκες ή τις μελλοντικές ανάγκες της (Μηλιώνης, 2005). Η διαδικασία του city branding επιλέγει τα βασικά χαρακτηριστικά της ταυτότητας μιας πόλης και τα επικοινωνεί με κατάλληλο τρόπο, προσπαθώντας να διαμορφώσει ιδανικές καταστάσεις, δηλαδή μια ιστορία γύρω από αυτά. Με λίγα λόγια, το city branding αναφέρεται σε ένα στρατηγικό πλάνο βελτίωσης της εικόνας μιας πόλης. Έτσι, το αποτέλεσμα της διαδικασίας του branding είναι μια πολυδιάστατη κατασκευή που έχει νοητικές, συναισθηματικές και ψυχολογικές διαστάσεις, πέρα από υλικές και αισθητικές (Kavarantzis, 2008). Βασικό πρόβλημα που παρατηρείται συνήθως είναι η σύγχυση ανάμεσα στην ολοκληρωμένη στρατηγική branding με ένα από τα συστατικά της που είναι ο σχεδιασμός ενός λογοτύπου και ενός σλόγκαν ή στην καλύτερη περίπτωση η χάραξη μιας διαφημιστικής εκστρατείας (Kavarantzis, 2008). Συχνά, η στρατηγική branding μιας πόλης ξεκινάει και τελειώνει με το λογότυπο και με μια οπτική επικοινωνιακή στρατηγική, διαδικασία που από πάρα πολλούς θεωρείται ως αναποτελεσματική και χωρίς ουσία (Kalandides, 2011).
Γίνεται αντιληπτό από τα παραπάνω ότι η αστική αναγέννηση και το marketing τόπου είναι αλληλοσυνδεόμενες όψεις της αστικής πολιτικής, που στοχεύουν στην ανταγωνιστικότητα. Η αστική αναγέννηση αποτελεί μια σημαντική, κατά κανόνα πολυδάπανη και μακροχρόνια, αστική επέμβαση, που εάν κριθεί επιτυχημένη μπορεί να συντελέσει σε μεγάλο βαθμό στην αύξηση της ελκυστικότητας και της ανταγωνιστικότητας μιας πόλης ή μιας περιοχής. Παράλληλα, το αστικό marketing και η σύγχρονη τάση επικέντρωσης σε ένα από τα συστατικά του, την προώθηση της ανταγωνιστικής ταυτότητας μιας πόλης, στοχεύει σε παρόμοιους με την αστική αναγέννηση στόχους. Οι δυο πολιτικές συνδέονται, καθώς το βασικό σκεπτικό που θα πρέπει να πλαισιώνει τη σύγχρονη αντίληψη του αστικού μετασχηματισμού είναι ο σχεδιασμός και υλοποίηση αστικών παρεμβάσεων με την ταυτόχρονη επιθετική προβολή της επιδιωκόμενης ταυτότητας για την περιοχή, έτσι ώστε να γίνει δυνατή η προσέλκυση των δυνητικών αγορών (κάτοικοι, νέοι κάτοικοι, επισκέπτες, επιχειρήσεις κ.ά.) της αστικής παρέμβασης. Με την έννοια αυτή μάλιστα, λανθασμένα το marketing τόπου θεωρείται από αρκετούς ως «προαιρετική» διαδικασία της αστικής αναγέννησης.
Το marketing τόπου και το city branding είναι εκείνα τα εργαλεία που μπορεί να χρησιμοποιήσει η πόλη για να αναδείξει το «νέο» αστικό περιβάλλον που δημιουργείται, έτσι ώστε να προσελκύσει επενδύσεις, καθώς και για να εκμεταλλευτεί την παρέμβαση αστικής αναγέννησης προκειμένου να δημιουργήσει μια νέα «ισχυρή» επωνυμία και να λανσάρει την ανταγωνιστική της ταυτότητα. Πώς θα μπορούσε κανείς, για παράδειγμα, να είναι σίγουρος για την επιτυχία μίας επέμβασης αστικής αναγέννησης της κλίμακας των Docklands του Λονδίνου, χωρίς τις τότε καμπάνιες στα ΜΜΕ, που πρόβαλλαν την προσεκτική ανάπτυξη του δομημένου περιβάλλοντος, την εντυπωσιακή αρχιτεκτονική, τις πρωτοβουλίες για τον πολιτισμό και γενικότερα χωρίς την οργανωμένη προώθηση της περιοχής με «επιθετικό» τρόπο ως ενός τόπου για επενδύσεις, κατοικία, εργασία, παιχνίδι ή τουρισμό; Καθώς μια επέμβαση αστικής αναγέννησης από μόνη της δεν ήταν εύκολο να ακυρώσει τις εικόνες εγκατάλειψης και βιομηχανικής παρακμής, έπρεπε να σχεδιασθεί μια στρατηγική marketing που είχε ως στόχο να μετασχηματίσει την αρνητική άποψη που υπήρχε στο υποσυνείδητο της τοπικής και διεθνούς κοινής γνώμης. Με άλλα λόγια, έπρεπε να γίνει αντιληπτό ότι πρόκειται για έναν τόπο με μέλλον, όπως ακριβώς δήλωναν και τα σλόγκαν «η πόλη του νερού του 21ου αιώνα» και «θριαμβευτική αστική αναγέννηση» (Hall 2005: 187-8). Συνεπώς, η διαδικασία marketing και branding τόπου είναι μια διαδικασία στρατηγικού χαρακτήρα που είναι χρήσιμο να χρησιμοποιείται σε σχέδια αστικής αναγέννησης με σκοπό να αυξήσουν την αποτελεσματικότητα της διαδικασίας αναγέννησης μιας πόλης ή μιας περιοχής της. Μια τέτοια απόπειρα σύνδεσης των δύο αστικών πολιτικών, της αστικής αναγέννησης και του marketing τόπου, αποτελεί η σύνταξη ενός σχεδίου αστικής αναγέννησης για την περιοχή της δυτικής εισόδου Θεσσαλονίκης, μια περιοχή που έχει απασχολήσει εδώ και πολλά χρόνια τη συζήτηση για την αναβάθμιση της πόλης, το οποίο παρουσιάζεται στις επόμενες δύο ενότητες.

2. Η περιοχή της δυτικής εισόδου Θεσσαλονίκης: χαρακτηριστικά και δυνατότητες αστικής αλλαγής
Η περιοχή της δυτικής εισόδου Θεσσαλονίκης, που πραγματεύεται η παρούσα εργασία, βρίσκεται νότια του δυτικού τομέα του Πολεοδομικού Συγκροτήματος Θεσσαλονίκης (ΠΣΘ), σε κοντινή απόσταση από τη θάλασσα, χωρίς όμως να υπάρχει άμεση επαφή με αυτήν. Αφορά έκταση 280 Ha και αποτελείται από τις επιμέρους περιοχές των Λαχανοκήπων, της παλιάς Ιχθυόσκαλας, του Παλαιού Σιδηροδρομικού Σταθμού και των Παλαιών Σφαγείων. Διοικητικά, το μεγαλύτερο τμήμα ανήκει στον Δήμο Θεσσαλονίκης, ενώ ένα μικρότερο, στο δυτικό άκρο, ανήκει στον Δήμο Μενεμένης-Αμπελοκήπων. Πρόκειται για μια πολύ σημαντική ενότητα του ΠΣΘ, καθώς από εκεί διέρχονται οι μεγάλοι οδικοί άξονες εισόδου
της πόλης, όπως η δυτική είσοδος, οι οδοί 26ης Οκτωβρίου και Μοναστηρίου και η Λεωφόρος Δενδροποτάμου. Παράλληλα βρίσκεται σε εγγύτητα με βασικούς κόμβους μεταφορών, όπως το Λιμάνι, ο Σιδηροδρομικός Σταθμός και ο σταθμός των ΚΤΕΛ. Αποτελεί χωρική συνέχεια του ιστορικού, εμπορικού και επιχειρησιακού κέντρου της πόλης, χωρίς όμως να έχει παρόμοια αστικά χαρακτηριστικά με αυτό (βλ. Εικόνα 1).
Εικόνα 1 Η θέση της περιοχής μελέτης (Μπλε κτίρια)
στην πόλη της 
 Θεσσαλονίκης (Πηγή. Ιδία επεξεργασία)
Συγκριτικά με άλλες περιοχές του ΠΣΘ, η περιοχή μελέτης αποτελεί, χωρίς αμφιβολία, έναν προνομιακό τόπο από την άποψη της προσβασιμότητας. Ο οδικός άξονας της δυτικής εισόδου, που τέθηκε σε πλήρη λειτουργία το 2004, ενέτεινε το χαρακτήρα της περιοχής ως εισόδου της πόλης, συνδεόμενη πλέον απευθείας με το εθνικό οδικό δίκτυο. Το στοιχείο αυτό, σε συνδυασμό με την εγγύτητα της περιοχής και με άλλα προγραμματιζόμενα μεγάλα έργα, κυρίως το μετρό η κατασκευή του οποίου ξεκίνησε το 2006, είχαν ως αποτέλεσμα την προσέλκυση επενδυτικού κεφαλαίου και την έντονη ανοικοδόμηση της περιοχής (Athanassiou, 2009: 79), τουλάχιστον μέχρι την έναρξη της κρίσης. 
Η περιοχή συγκεντρώνει επίσης όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά που αιτιολογούν το βιομηχανικό παρελθόν της Θεσσαλονίκης, καθώς εντοπίζονται μεγάλα βιομηχανικά και βιοτεχνικά συγκροτήματα, με ιδιαίτερη αρχιτεκτονική μορφή που αποτελούν σημαντικά τοπόσημα της πόλης. Την τελευταία εικοσαετία, κυρίαρχο χαρακτηριστικό της περιοχής αναδείχθηκε η ανάμεικτη φυσιογνωμία και το έντονο πολυπολιτισμικό στοιχείο, με μετανάστες από διάφορες χώρες, κυρίως όμως παλιννοστούντες από χώρες της πρώην ΕΣΣΔ (Παπαδοπούλου - Συμεωνίδου, 1999: 33-35, 46-47), Αλβανούς (Λαμπριανίδης & Λυμπεράκη, 2001) και Κινέζους (Λαμπριανίδης & Χατζηπροκοπίου , 2008:236), με την επιχειρηματική δραστηριότητα των τελευταίων στο ΠΣΘ να εντοπίζεται σε σημαντικό βαθμό στην περιοχή μελέτης. Γενικότερα, αυτή η παρουσία μεταναστών αποτελεί βασική πτυχή της ταυτότητας της περιοχής που μελετάται, και ίσως το προσδιοριστικό χαρακτηριστικό της σε σχέση με άλλες ενότητες του ΠΣΘ.

Η περιοχή εμφανίζει σοβαρά προβλήματα υποβάθμισης που σχετίζονται με την κοινωνικο-οικονομική δομή της, το περιβάλλον και την ποιότητα ζωής. Όπως προέκυψε από την επιτόπια έρευνα, η ανεργία μαζί με την εκτεταμένη παρουσία κτιρίων και χώρων χωρίς χρήση συνιστούν δύο από τα κρισιμότερα προβλήματα. Εκτός από τα εγκαταλελειμμένα κτίσματα που εντοπίζονται, η περιοχή κατακλύζεται σήμερα από κενούς κτιριακούς χώρους που είτε πωλούνται είτε ενοικιάζονται. Με αυτό τον τρόπο, γίνεται αντιληπτή η κρίση στην οποία έχει επέλθει η αγορά ακινήτων, αφού πλέον πολλά κτίρια ανεξαρτήτου ηλικίας μένουν κενά. Ακόμη, η εγκληματικότητα και το παράνομο εμπόριο αποτελούν εξίσου σοβαρά προβλήματα, όπως φανερώνουν και τα αποτελέσματα της δειγματοληπτικής έρευνας με ερωτηματολόγιο που διεξήχθη στις επιχειρήσεις της περιοχής (Αγγελοπούλου & Μπαρτζώκας, 2011).

Η ύπαρξη μεγάλου αριθμού μεταναστών, τσιγγάνων, αστέγων, ναρκομανών κ.ά., συνιστά επίσης κρίσιμο κοινωνικό πρόβλημα. Συχνά, στους δημόσιους χώρους της περιοχής συγκεντρώνονται διάφορες κοινωνικές ομάδες -μεταξύ αυτών και μετανάστες- , προκειμένου να αναζητήσουν εργασία, μετατρέποντάς τους σε «πιάτσα» εργασίας, φαινόμενο που, όπως υποστηρίζεται, έχει υποβαθμίσει το δημόσιο χώρο (Παύλου, 2001:140-145) και έχει προκαλέσει πολλές φορές αντιδράσεις από την τοπική κοινωνία. Υπό αμφισβήτηση τίθεται ακόμα και η επιχειρηματική δραστηριότητα στην οποία επιδίδονται οι μετανάστες σε διάφορες κεντρικές οδούς, όπως τα κινέζικα καταστήματα. Άλλο ένα σημαντικό κοινωνικό πρόβλημα είναι η πορνεία -συχνά παράνομη- και οι συναφείς με αυτήν δραστηριότητες της νύχτας, ένα φαινόμενο καθόλου νέο για την περιοχή. Η πορνεία ενισχύθηκε μετά την εξυγίανση των Λαδάδικων τη δεκαετία του '90 (Athanasiou, 2009: 76-77) και το πρόβλημα έγινε πολύ περισσότερο αισθητό, καθώς η περιοχή αναπτυσσόταν την τελευταία 20ετία και συνέρεαν νέοι κάτοικοι και επιχειρήσεις σε αυτήν. Η συντριπτική πλειονότητα των οίκων ανοχής όλης της πόλης συγκεντρώνεται στην περιοχή της δυτικής εισόδου προκαλώντας έτσι αρκετές αντιδράσεις και δημιουργώντας επιπλέον προβλήματα στους υπόλοιπους κατοίκους της.

Σε όλη την έκταση της περιοχής καταγράφηκε μεγάλη ποικιλία χρήσεων γης, ενώ σημαντικό τμήμα της στα δυτικά παραμένει αδόμητο, καθώς είναι εκτός σχεδίου, διαμορφώνοντας έτσι μια σύνθετη εικόνα. Ιδιαίτερο φαινόμενο είναι η μεγάλη ανάμειξη, αλλά και η ασυμβατότητα χρήσεων γης με χαρακτηριστικά παραδείγματα τη χρήση της αναψυχής που συχνά εντοπίζεται σε ανάμειξη με τη χρήση των αποθηκών, τα πολυτελή ξενοδοχεία που συνυπάρχουν με βιοτεχνικά καταστήματα και τα μεγάλα εμπορικά κέντρα και τα κτίρια κατοικιών, παλαιότερα ή νεόδμητα, που συνυπάρχουν με διάφορα εγκαταλελειμμένα παραπήγματα ειδικών κοινωνικών ομάδων (τσιγγάνων, Ρωσσοπόντιων) και εγκαταλελειμμένες βιοτεχνίες.

Έντονη είναι επίσης η περιβαλλοντική υποβάθμιση της περιοχής. Η μεγάλη έλλειψη οργανωμένων δημόσιων ελεύθερων χώρων και χώρων πρασίνου, προκαλεί πολλαπλά προβλήματα στους κατοίκους της περιοχής. Οι λιγοστοί δημόσιοι ελεύθεροι χώροι περιορίζονται σε κάποιους πεζοδρόμους και νησίδες πρασίνου. Ο Παλαιός Σιδηροδρομικός Σταθμός (που λειτουργεί ως εμπορικός) καταλαμβάνει μια αρκετά μεγάλη έκταση σε άμεση γειτνίαση με το κέντρο της Θεσσαλονίκης και σε συνδυασμό με τη χρόνια αδυναμία της πόλης να αξιοποιήσει την έκταση αυτή, συχνά γίνεται τόπος εγκατάστασης διάφορων περιθωριοποιημένων ομάδων και αστέγων. Οι πετρελαϊκές εγκαταστάσεις στα δυτικά της περιοχής μαζί με το εμπορικό τμήμα του Οργανισμού Λιμένος Θεσσαλονίκης (ΟΛΘ), δημιουργούν εμπόδια και δρουν ως ανασταλτικοί παράγοντες για το μελλοντικό σχεδιασμό. Παρά την άμεση γειτνίαση με τη θάλασσα δεν υπάρχει οπτική σύνδεση, εξαιτίας του «σκληρού» ορίου των λιμενικών εγκαταστάσεων. Παράλληλα, το εμπορικό τμήμα του ΟΛΘ δημιουργεί οχλήσεις στην περιοχή και γενικότερα περιβαλλοντικές πιέσεις. Οι παλιές βιοτεχνικές εγκαταστάσεις και τα παλιά βυρσοδεψία συνιστούν εστίες, περιβαλλοντικής αλλά και αισθητικής, ρύπανσης.

Μια σειρά από αρκετά αξιόλογα και ενδιαφέροντα παλιά και σύγχρονα κτίρια συνθέτουν την ιδιαίτερη εικόνα και αξία της περιοχής για το σύνολο της πόλης. Τέτοια κτίρια είναι το βιομηχανικό συγκρότημα ΦΙΞ, τα δημοτικά σφαγεία, το βυρσοδεψείο Νούσια, ο Πολυχώρος Μύλος, το παλαιό αντλιοστάσιο της εταιρείας υδάτων, το εργοστάσιο φωταερίου, η οικοδομή Μεϊμάρη, το βυρσοδεψείο Γεωργίου, ο Παλαιός Σιδηροδρομικός Σταθμός, τα εμπορικά κέντρα City Gate και Λιμάνι, τα κτίρια γραφειακών χώρων Porto Center και Βαλκανικό Κέντρο και ο σταθμός λεωφορείων «ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ». Σε πολλά διατηρητέα κτίρια, ωστόσο, παρατηρείται αλλοίωση των χώρων με στέγαση ασύμβατων χρήσεων και υποβάθμισή τους. Επισημαίνεται εδώ ότι, μέχρι σήμερα, οι σημαντικότερες παρεμβάσεις επανάχρησης παλαιών και αξιόλογων κτιρίων υλοποιήθηκαν κυρίως με ιδιωτική πρωτοβουλία.

Γενικά, μπορεί εύκολα να ισχυριστεί κανείς ότι η αστική υποβάθμιση και η χρόνια υστέρηση της περιοχής της δυτικής εισόδου, παρά τις τάσεις ανοικοδόμησης και επανάχρησης συγκεκριμένων κτιρίων τις τελευταίες δύο δεκαετίες, ενισχύουν την άποψη περί δυϊσμού μεταξύ δυτικών και ανατολικών περιοχών του ΠΣΘ, η οποία καταγράφεται εδώ και δεκαετίες. Βέβαια, σε γενικές γραμμές, δεν παρατηρούνται καταστάσεις γκετοποίησης των μεταναστών, δηλαδή συγκέντρωσης και κοινωνικού «εγκλεισμού» σε συγκεκριμένες (υποβαθμισμένες) περιοχές της πόλης με παράλληλο εκτοπισμό των ντόπιων (Λαμπριανίδης & Χατζηπροκοπίου, 2008: 227 και Χατζηπροκοπίου, 2004: 5). Επισημαίνεται ακόμη ότι η βορειοδυτική Θεσσαλονίκη από παλιά συγκεντρώνει και πληθυσμούς που διαβιούν σε σχετικά «οριακές» συνθήκες (μετανάστες, τσιγγάνοι, ναρκομανείς, άνεργοι), όμως ακόμη και αυτές οι γειτονιές παραμένουν κοινωνικά μικτές (Tsoulouvis, 1996).

Όλα   τα   βασικά σχέδια για την πόλη (Ρυθμιστικό    Σχέδιο Θεσσαλονίκης-Ν.1561/1985,   σχέδιο νόμου      για      την επικαιροποίηση    του Ρυθμιστικού Σχεδίου Θεσσαλονίκης-2011, Πρόγραμμα «ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 2012», Γ.Π.Σ Δήμου Θεσσαλονίκης, ΓΠΣ Δήμου Μενεμένης), αλλά και μελέτες που εκπονήθηκαν για τμήματα τη περιοχής με πιο πρόσφατη μια μελέτη    αξιοποίησης της περιοχής Λαχανοκήπων (Σταθακόπουλος κ.ά., 2008), καθιστούν σαφές ότι η περιοχή, παρά τα προβλήματα, εμπεριέχει δυνατότητες και προοπτικές για την εξέλιξη της πόλης και το ρόλο της στον εθνικό και Βαλκανικό χώρο. Κεντρικός στόχος όλων σχεδόν των παραπάνω σχεδίων και μελετών είναι η ανάπτυξη τριτογενών κυρίως δραστηριοτήτων διεθνούς ακτινοβολίας, θεωρώντας την περιοχή ως το μελλοντικό επιχειρηματικό κέντρο της πόλης, καθώς και η δημιουργία μιας νέας κεντρικότητας, γεγονός που θεωρείται ότι συνιστά μοχλό ανάπτυξης για την πόλη συνολικά. Σημειώνονται, δηλαδή, όλα τα στοιχεία εκείνα που απεικονίζουν την αισιοδοξία για την ανάπτυξη και αναβάθμιση της περιοχής της δυτικής εισόδου: έργα μεγάλης κλίμακας, αισθητικές παρεμβάσεις, οικονομική αναζωογόνηση και γενικότερα αναγέννηση του αστικού ιστού της περιοχής είναι ορισμένα από τα στοιχεία που αναφέρονται στα παραπάνω σχέδια και μελέτες. 
Η παρουσία σημαντικού αριθμού αδόμητων εκτάσεων αποτελεί βασικό κίνητρο όλων των προβλεπόμενων σχεδιασμών, καθώς συνιστούν τις προϋποθέσεις για σημαντικές επενδύσεις. Ωστόσο, στις παραπάνω προσεγγίσεις δεν περιλαμβάνεται μια στρατηγική ολοκληρωμένης αστικής αναγέννησης για το σύνολο της δυτικής εισόδου και ταυτόχρονα προώθησης της εικόνας της πόλης ως βασικού εργαλείου για την προσέλκυση επενδύσεων. Αυτή ακριβώς η προσέγγιση επιχειρήθηκε με τη διαμόρφωση του σχεδίου "Thessaloniki-West Challenge", το οποίο αποσκοπεί στην αναγέννηση της περιοχής με την ταυτόχρονη προώθηση της εικόνας της και περιγράφεται στην επόμενη ενότητα.

3. Το σχέδιο "Thessaloniki West Challenge": Mm απόπειρα σχεδιασμού με στόχο την εξωστρέφεια της πόλης
Βασική παραδοχή για την εκπόνηση του συγκεκριμένου σχεδίου είναι ότι η αναγνώριση της πολυμορφίας της περιοχής πρέπει να αποτελέσει τη βάση των επιλογών αναγέννησης σε συνδυασμό βεβαίως με τα βασικά, από την άποψη της αστικής ανάπτυξης, πλεονεκτήματά της (όπως η κομβική θέση και η κεντρικότητα της, οι μεγάλες αδόμητες εκτάσεις κλπ.) Καταρχήν, θεωρήθηκε απαραίτητο να τεθεί ένα όραμα για την περιοχή. Το όραμα αυτό συνοψίζεται στη δημιουργία μιας περιοχής ανταγωνιστικής, δημιουργικής, ανοικτής, βιώσιμης, ελκυστικής και προσβάσιμης, που θα αποτελέσει ένα νέο αστικό πόλο ανάπτυξης για την πόλη συνολικά και τη δυτική Θεσσαλονίκη ειδικότερα. 
Αυτό το όραμα εξειδικεύεται με ένα ολοκληρωμένο σχέδιο αστικής αναγέννησης στο οποίο δόθηκε η ονομασία «Thessaloniki West Challenge». Αυτή η ονομασία επιλέχθηκε τόσο διότι η περιοχή αποτελεί διαχρονικά μια πρόκληση για την πόλη, καθώς έχουν προταθεί αρκετά σχέδια χωρίς να έχουν υλοποιηθεί, όσο και για το σύνολο, το μέγεθος, και τον χαρακτήρα των παρεμβάσεων που προτείνονται σε σχέση με την τρέχουσα οικονομική ύφεση. 
Παράλληλα, το "West" στον τίτλο του σχεδίου μπορεί να θεωρηθεί και ως συνειρμός, ότι η πόλη προσπαθεί να αναζητήσει την εξωστρέφειά της και ότι εκσυγχρονίζεται μέσω ενός σχεδιασμού στο δυτικό τμήμα της και στα πρότυπα αναπτυγμένων δυτικών μητροπόλεων, γεγονός που αποτελεί πρόκληση για τη Θεσσαλονίκη. Τα στοιχεία "Business" (Επιχειρηματικότητα), "Culture" (Πολιτισμός), "Leisure" (Ελεύθερος Χρόνος), "Live" (Κατοικία), συνοδεύουν το λογότυπο του σχεδίου, δεδομένου ότι προτείνεται να χαρακτηρίζουν τη νέα ταυτότητα της περιοχής.
Εικόνα  3  Λογότυπο  σχεδίου 
"Thessaloniki West Challenge" 
(πηγή:     Αγγελοπούλου      & 
Μπαρτζώκας 2011)

Το  σχέδιο  "Thessaloniki West  Challenge"  θέτει  πέντε βασικούς στόχους, οι οποίοι εξειδικεύουν το όραμα για την  περιοχή:

α.  Ενίσχυση των τουριστικών δραστηριοτήτων με στόχο την οικονομική ανάπτυξη 
β.  Αύξηση των ευκαιριών απασχόλησης ώστε να αντιμετωπιστεί η ανεργία 
γ.  Βελτίωση των μεταφορικών δικτύων και σύνδεση όλης της ανάπτυξης με τα Μέσα Μαζικής Μεταφοράς
δ.  Βελτίωση  του  αστικού  περιβάλλοντος με ιδιαίτερη  προσοχή  στην  αισθητική αναβάθμιση
ε.   Αντιμετώπιση των περιβαλλοντικών προβλημάτων και προώθηση της έννοιας της βιωσιμότητας στο σχεδιασμό.

Μετά την εξέταση διαφόρων σεναρίων σχεδιασμού επιλέχθηκε το σενάριο μιας πολυλειτουργικής ανάπτυξης της περιοχής με πολυμορφικό χαρακτήρα. Το σενάριο αυτό στοχεύει στην εξωστρέφεια της πόλης σε συμφωνία με τους στόχους του Ρυθμιστικού Σχεδίου Θεσσαλονίκης και άλλων υπερκείμενων σχεδίων. Τα βασικά στοιχεία του σεναρίου είναι η διαμόρφωση των προϋποθέσεων ανάπτυξης επιχειρηματικών δραστηριοτήτων, η οργάνωση θεματικών περιοχών, η αύξηση των χώρων πρασίνου, η ανάδειξη της σύγχρονης πολιτιστικής ταυτότητας της πόλης, η τόνωση και η δημιουργία νέων περιοχών κατοικίας και η οργάνωση των συγκοινωνιακών υποδομών.

Το σχέδιο "Thessaloniki West Challenge" διαρθρώνεται χωρικά και θεματικά σε έξι περιοχές. Η πρώτη αφορά ένα Επιχειρηματικό Πάρκο στην περιοχή των Λαχανοκήπων, έκτασης περίπου 55 Ha. Το Πάρκο οργανώνεται σε οκτώ επιμέρους γειτονιές επιχειρήσεων και δραστηριοτήτων, τις γειτονιές τεχνολογίας, ναυτιλίας, ενέργειας, χρηματοοικονομικών δραστηριοτήτων, media, μόδας, design και καινοτομικών δραστηριοτήτων. Βασικός σκοπός του Πάρκου είναι να συγκεντρώσει στην περιοχή νέες μεγάλες και μικρές επιχειρήσεις από διάφορους κλάδους δραστηριοτήτων, καθώς και να αποκεντρώσει ορισμένες δραστηριότητες από το ιστορικό εμπορικό κέντρο της πόλης στοχεύοντας παράλληλα στη δημιουργία εξωτερικών οικονομιών κλίμακας. Η συγκέντρωση επιχειρήσεων συνδυάζεται με τη δυνατότητα εγκατάστασης συνεδριακού κέντρου, κέντρων έρευνας και καινοτομίας, καθώς και εκπτωτικού εμπορικού χωριού.

Δίπλα από το προτεινόμενο Επιχειρηματικό Πάρκο και το βιομηχανικό συγκρότημα ΦΙΞ, προτείνεται η δημιουργία μιας θεματικής περιοχής πολιτισμού και αναψυχής με τη μορφή ενός cluster δραστηριοτήτων και επιχειρήσεων σχετικών με τον πολιτισμό και την αναψυχή. Κεντρική ιδέα αποτελεί η δημιουργία μιας συνοικίας μουσείων, δεδομένου ότι στην περιοχή υπάρχουν ήδη σημαντικά μουσεία της πόλης, με επίκεντρο την κατασκευή ενός εμβληματικού κτιρίου μουσείου (πολιτιστική ναυαρχίδα), μετά από διεθνή αρχιτεκτονικό διαγωνισμό. Η παρέμβαση αυτή, θα μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο marketing και branding για την πόλη, αφού ένα νέο τοπόσημο μπορεί να συνδεθεί με τη μελλοντική ταυτότητα της Θεσσαλονίκης. Στην έκταση του Παλαιού Σιδηροδρομικού Σταθμού προτείνεται ένα θεματικό Σιδηροδρομικό Πάρκο πολιτισμού και αναψυχής, με υπαίθρια έκθεση πολύτιμης αξίας διατηρητέων σιδηροδρομικών βαγονιών παράλληλα με τη διαμόρφωση ενός μεγάλου και επιμήκους χώρου πρασίνου για την πόλη, ο οποίος συνδέεται με έναν ακόμη σημαντικό σε έκταση χώρο πρασίνου που διαμορφώνεται ως αστικός περιβαλλοντικός κήπος.

Στην περιοχή που συγκεντρώνονται ήδη διάφορα καταστήματα κινέζικου εμπορίου (περιοχή κάτω από τον Νέο Σιδηροδρομικό Σταθμό, οδοί Γιαννιτσών, Αναγεννήσεως κ.ά.), προτείνεται ανάπλαση με στόχο τη δημιουργία μιας China Town σύμφωνα με τα διεθνή πρότυπα. Η οργάνωση της China Town θα τονώσει το εμπορικό και τουριστικό ενδιαφέρον της περιοχής. Ωστόσο, αντικείμενο place marketing και branding, πρέπει να αποτελέσει η αλλαγή της νοοτροπίας και αντίληψης κυρίως των κατοίκων για τους μετανάστες στην πόλη και η σύνδεση της ταυτότητας της Θεσσαλονίκης με τα χαρακτηριστικά της ανεκτικότητας. Επιπλέον, όπως σημειώθηκε και στην προηγούμενη ενότητα, ιδιαίτερα σημαντικό πρόβλημα της περιοχής αποτελεί η πορνεία. Λαμβάνοντας υπόψη το Ν. 2734/1999 που ρυθμίζει το ζήτημα λειτουργίας και εγκατάστασης των οίκων ανοχής, το σχέδιο περιλαμβάνει και τη δημιουργία μιας «Γειτονιάς του Έρωτα» στο νοτιοδυτικό τμήμα της περιοχής όπου προτείνεται να μετεγκατασταθούν οι υφιστάμενοι και όσοι πληρούν συγκεκριμένες προϋποθέσεις νομιμότητας οίκοι ανοχής και ιερόδουλες της περιοχής.

Το σχέδιο "Thessaloniki West Challenge" διευθετεί, παράλληλα, και ζητήματα σχεδιασμού στα ήδη δομημένα τμήματα της περιοχής με κανονιστικού κυρίως μέτρα πολεοδομικής οργάνωσης και με τη δημιουργία χώρων πρασίνου και αθλητικών εγκαταστάσεων, κατευθύνσεις για τη χρήση Α.Π.Ε, υπόγειων συστημάτων διαχείρισης απορριμμάτων, θέρμανσης-ψύξης κτιρίων, ύδρευσης κ.ά.. Παράλληλα, οργανώνονται τα συγκοινωνιακά δίκτυα για τα οποία ακόμη και σήμερα δεν υπάρχουν σαφείς κατευθύνσεις σχεδιασμού, όπως οι επεκτάσεις του μετρό, η χρήση τραμ, η θαλάσσια αστική συγκοινωνία, η μαρίνα του λιμένα κ.ά. Έτσι προτείνεται, για παράδειγμα, η υλοποίηση της επέκτασης του μετρό να γίνει δυτικά και υπογείως μέσω της νέας δυτικής εισόδου, με ένα σταθμό στη θέση της πολιτιστικής ναυαρχίδας, από την οποία μπορεί να εξυπηρετείται και το επιχειρηματικό πάρκο.

Για την επιτυχία ενός τέτοιου σχεδίου και την προσέλκυση επενδυτικού ενδιαφέροντος, κρίνεται απαραίτητη η προώθηση ενός προγράμματος marketing και branding της πόλης. Ένα τέτοιο πρόγραμμα πρέπει καταρχήν να διερευνήσει το ανταγωνιστικό εξωτερικό και εσωτερικό περιβάλλον και να καθορίσει συγκεκριμένους στόχους προς υλοποίηση. 

Ενδεικτικές και συμπληρωματικές με το σχέδιο "Thessaloniki West Challenge" δράσεις που μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο της στρατηγικής marketing της πόλης είναι:
α) Ο σχεδιασμός ενός πρωτότυπου και ξεχωριστού λογότυπου, το οποίο θα πρέπει να έχει την ευρεία αποδοχή των κατοίκων της πόλης, αφού αυτοί θα είναι και οι πρεσβευτές του. Ωστόσο, ένα ισχυρό city brand θα πρέπει να είναι άμεσα συσχετισμένο με το μακροπρόθεσμο στρατηγικό σχέδιο ανάπτυξης της πόλης, καθώς η συχνή αλλαγή της ταυτότητας μπορεί ενδεχομένως να καταστήσει το σχεδιασμό του branding ευάλωτο και ανεπιτυχή.
β) Η δημιουργία ενός σύγχρονου διαδικτυακού χώρου που θα προβάλλει την αστική αλλαγή και θα εξυπηρετεί τις ανάγκες για πληροφορίες τόσο των κατοίκων όσο και των επιχειρήσεων και επισκεπτών που θέλουν να εγκατασταθούν στην πόλη.
γ) Η νέα πολιτιστική ναυαρχίδα που προτείνεται από το σχέδιο και μπορεί να συμβολίσει τη νέα ταυτότητα και τον εκσυγχρονισμό της πόλης.
δ) Η διοργάνωση σε ετήσια βάση μιας διεθνούς εβδομάδας συσχετισμένης με τις δραστηριότητες του Επιχειρηματικού Πάρκου (π.χ. μόδας και design) ή/και ενός πολυήμερου διεθνούς συνεδρίου δημιουργικότητας.
ε)    Η μελλοντική θέσπιση θεματικών ετών, κατά το παράδειγμα της Βαρκελώνης.
στ) Η ένταξη της πόλης στο ψηφιακό περιβάλλον και εν γένει η είσοδός της στην ψηφιακή πραγματικότητα. Η αναγέννηση της περιοχής της δυτικής εισόδου θα μπορούσε να προβληθεί μέσω του ψηφιακού κόσμου και να δοθεί η ευκαιρία σε πολίτες όλου του κόσμου να εκφράσουν τις παρατηρήσεις και τις προτάσεις τους για αλλαγές και μελλοντικές προτάσεις.
ζ) Η εφαρμογή θεσμών τύπου «αρχιτέκτων της πόλης» που υλοποιείται στην Κοπεγχάγη. Αφορά παρεμβάσεις σε κτίρια ώστε τα ισόγειά τους να έχουν «ζωντανές» χρήσεις και δραστηριότητες, προτείνοντας ταυτόχρονα σε ιδιοκτήτες κενών ισόγειων χώρων ιδέες για αξιοποίησή τους. Γενικός στόχος μιας τέτοιας πρωτοβουλίας είναι να παραμένει ο κάτοικος και ο επισκέπτης περισσότερο χρόνο στον δημόσιο χώρο της πόλης.

Βέβαια, ένα πρόγραμμα marketing θα πρέπει να αποτελέσει αντικείμενο ειδικής μελέτης και διαβούλευσης και να περιλαμβάνει πολύ περισσότερες αλλά και ευρύτερες προτάσεις από αυτές που αναφέρθηκαν ενδεικτικά παραπάνω, έτσι ώστε να προκύψει μια βιώσιμη πολιτική αύξησης της εξωστρέφειας της Θεσσαλονίκης.

4. Συμπεράσματα
Η παρούσα εργασία επιχείρησε να αναδείξει στο επίπεδο σύνταξης ενός συγκριμένου σχεδίου την αλληλοσύνδεση δύο αστικών πολιτικών, της αστικής αναγέννησης και του marketing τόπου, θεωρώντας ότι η σύνδεση του σχεδιασμού με τη διαδικασία προώθησης και «πώλησης» των προϊόντων του είναι ιδιαίτερα σημαντική και αναγκαία στο πλαίσιο της σύγχρονης παγκοσμιοποιημένης αστικής ανάπτυξης. Για πολλά χρόνια, η πόλη της Θεσσαλονίκης αναζήτησε μέσα από τη σύνταξη διαφόρων σχεδίων και μελετών έναν «διεθνή» ρόλο. Σε αυτό το επίπεδο του «λόγου» θεωρήθηκε, μάλιστα, ως δεδομένη η «ηγεμονική», θα έλεγε κανείς, θέση της σε έναν ευρύτερο διαπεριφερειακό/διεθνικό χώρο, αν και στην πραγματικότητα η Θεσσαλονίκη δεν ξεπέρασε, την περίοδο αυτή, τον περιφερειακό ρόλο της (Yiannakou, 2006).
Με το σχέδιο "Thessaloniki West Challenge" που αναπτύχθηκε στην παρούσα εργασία επιδιώκεται ουσιαστικά μια αλλαγή αυτού του καθιερωμένου «λόγου» περί διεθνούς ρόλου της πόλης προς έναν σχεδιασμό που αποσκοπεί ουσιαστικά στην εξωστρέφεια της πόλης μέσα από μια ολοκληρωμένη στρατηγική αστικής αλλαγής και αναζωογόνησης μιας ευαίσθητης, απαξιωμένης αλλά και ιδιαίτερα ποικιλόμορφης περιοχής της. Συστατικό στοιχείο αυτής της εξωστρεφούς στρατηγικής θεωρείται η στρατηγική του marketing τόπου με στόχο την αύξηση της ελκυστικότητας και τη διαμόρφωση μιας ανταγωνιστικής ταυτότητας της περιοχής επέμβασης και της πόλης συνολικά. 
Με αυτήν την ενσωμάτωση αστικής αναγέννησης και marketing τόπου επιδιώκεται ο προωθητικός χαρακτήρας του σχεδιασμού με την ταυτόχρονη επιθετική προβολή της επιδιωκόμενης ταυτότητας για την πόλη, έτσι ώστε να γίνει δυνατό το άνοιγμα της πόλης σε δυνητικές αγορές. Χωρίς αμφιβολία, ο αισιόδοξος χαρακτήρας του σχεδίου "Thessaloniki West Challenge" αντιμετωπίζει την κρίση ως υπολογίσιμο αλλά όχι ανασταλτικό παράγοντα. Εξάλλου, ορισμένα από τα μεγαλύτερα έργα υποδομής στην Ελλάδα του 19ου αιώνα υλοποιήθηκαν σε δυσμενέστερες οικονομικές συνθήκες από τις σημερινές. Έτσι, η δυσμενής οικονομική συγκυρία δίνει ακόμη μεγαλύτερη αξία σε τέτοιου τύπου σχέδια, αλλά και στην πόλη, η οποία μπορεί να αποδείξει ότι έχει μάθει να προσπαθεί και να υλοποιεί ουσιώδεις μεγάλες επεμβάσεις, αποτελώντας μ' αυτό τον τρόπο ένα σύγχρονο εξωστρεφές μητροπολιτικό κέντρο που υλοποιεί το μακροπρόθεσμο όραμά του.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget

Αναγνώστες