Δευτέρα, 28 Σεπτεμβρίου 2015

Νικητής χωρίς ιδεολογία

 Του Γιώργου Σιακαντάρη, ΒΗΜΑ
Ο κ. Τσίπρας πουλώντας το πρόσωπό του αντί της ιδεολογίας του κόμματός του νίκησε ακόμη και το ίδιο του το κόμμα. Ακόμη και αν δεχθούμε ότι στη σύγκρουση «Μνημόνιο - Αντιμνημόνιο» υπήρχε μια μικρή δόση ιδεολογίας, στην τελευταία εκλογική αναμέτρηση του «νέου» με το «παλιό» επικράτησε η απόλυτη αποϊδεολογικοποίηση της πολιτικής. Αυτή και ο κ. Τσίπρας είναι οι μεγάλοι νικητές των εκλογών. Κεντρικό σύνθημα του ΣΥΡΙΖΑ, εκτός από το απολίτικο «ξεμπερδεύουμε με το παλιό - κερδίζουμε το αύριο», ήταν και το «συμφέρον όλων μας είναι να μην υπάρχουν συμφέροντα». Η εποχή της τηλεδημοκρατίας επιβάλλει ακόμη και σε έναν «αριστερό» σχηματισμό να μιλά για τα συμφέροντα μιας υπερβατικής κοινότητας, «το συμφέρον όλων μας», και όχι για τα συμφέροντα συγκεκριμένων κοινωνικών ομάδων. Ενα «αριστερό» κόμμα ομογενοποιεί τα συμφέροντα σε καλά και κακά. Τα «καλά» συμφέροντα είναι αυτά που συνδέονται με εμάς και τα «κακά» είναι αυτά όσων δεν είναι με εμάς. Βεβαίως αυτό «πουλάει», όπως αποδεικνύουν τα εκλογικά αποτελέσματα. Από αυτήν την αποϊδεολογικοποίηση κερδίζει ο κ. Τσίπρας, αλλά χάνουν η Αριστερά, οι πολίτες και οι δημοκρατίες. Η κρίση αξιοπιστίας της πολιτικής, η μεγάλη αποχή, η αδιαφορία των πολιτών οφείλονται στο ότι επικρατεί ένας γενικός καταγγελτικός λόγος κατά της διαφθοράς και όχι μια συζήτηση για την πραγματική οικονομική και πολιτική ζωή της χώρας. Κάθε μάλιστα προσπάθεια να μιλήσει κανείς για τη δομική και όχι την ατομική διαφθορά αυτομάτως κατατάσσεται στο «παλιό» και στο ξεπερασμένο.  


Παρακολουθώντας τις τηλεοπτικές συζητήσεις και τις προσπάθειες απαξίωσης του αντιπάλου, τη μονομέρεια, την απουσία οποιασδήποτε κριτικής σκέψης και αυτοκριτικής, το επίπεδο μιας αντιπαράθεσης στείρων μονολόγων, που θυμίζουν παιδικά παιχνίδια όπου εμείς τους «κλέβουμε μια όμορφη κοπέλα» και αυτοί μας παίρνουν «μια παλιοκατσιβέλα», εξηγεί γιατί αυτή η δημοκρατία, αυτή η πολιτική, δεν πείθει, «δεν αρέσει».


Αν ο κόσμος των ιδεών (και των επί μέρους συμφερόντων που κινούνται γύρω τους) δεν τεθεί ξανά στο προσκήνιο, αν συνεχιστεί αυτή η απαξίωση όσων μέσα ή και έξω από τα κόμματα μιλούν για ιδέες, για ταξικά ή κοινωνικά συμφέροντα, τότε το πρόβλημα δεν θα είναι η επικράτηση των τεχνοκρατών της πολιτικής αλλά η μονιμοποίηση της κυριαρχίας των αποϊδεολογικοποιημένων κομμάτων και πολιτικών. Και αυτό είναι η μεγαλύτερη απειλή για τις δυτικές φιλελεύθερες δημοκρατίες.  


Ο Μαρξ μιλώντας για τον Λουδοβίκο Βοναπάρτη έγραφε για εκείνες «τις συνθήκες και σχέσεις» που έδωσαν σε «μέτρια και γελοία πρόσωπα τη δυνατότητα να παίζουν τον ρόλο του ήρωα». Για να αποτραπεί η διαιώνιση συνθηκών που παράγουν τέτοιους «γελοίους ήρωες» θα πρέπει να ξαναμιλήσουμε για ιδέες. Ο κυοφορούμενος σοσιαλδημοκρατικός πόλος δεν θα υπάρξει, αν πέσει στην παγίδα να απαξιώσει και αυτός τις ιδέες στο όνομα της πρακτικής πολιτικής και ιδίως της αιώνιας «επιστροφής στο σπίτι».


Χωρίς ιδέες δεν υπάρχει κίνηση. Πολύ δε περισσότερο τις ιδέες τις χρειάζεται αυτός που ενδιαφέρεται για την πρόοδο και όχι για τη συντήρηση της υπάρχουσας κατάστασης. Για παράδειγμα, δεν μπορεί να υπάρχει Σοσιαλδημοκρατία εκεί όπου δαιμονοποιείται μια διαφορετική ιδεολογική ανάγνωση, όπως είναι ο νεοφιλελευθερισμός, για το πώς επιτυγχάνουν οι κοινωνίες. Εδώ υποκρύπτονται δύο πράγματα. Αντί να αναλυθούν οι αιτίες της ελληνική κρίσης, πράγμα που απαιτεί πνευματικό κόπο, κατηγορείται ο νεοφιλελευθερισμός ως αιτία της ελληνικής κρίσης (ενώ αυτός είναι το πρόβλημα της επικρατούσας παγκοσμιοποίησης) και όχι ο εθνολαϊκισμός, ο κρατισμός, οι πελατειακές σχέσεις, αλλά και η υποβάθμιση της ζωής ευρύτερων κοινωνικών στρωμάτων. Υποκρύπτει όμως και κάτι ακόμη πιο αρνητικό. Με το πρόσχημα της κριτικής στον «βάρβαρο(sic) νεοφιλελευθερισμό» απορρίπτεται ο φιλελευθερισμός, στοιχείο απαραίτητο για την ανασυγκρότηση της όποιας Σοσιαλδημοκρατίας, της όποιας δημοκρατικής Αριστεράς.


Αυτό συμβαίνει όταν οι ιδέες θεωρούνται περιττές. Ταυτοχρόνως ο συνδυασμός της άμεσης πολιτικής συμμετοχής με την αμφισβήτηση της ανάγκης κριτικής απόστασης από τα πράγματα δυσκολεύει τη θέση των παραγωγών ιδεών, των διανοουμένων. Οτι είναι, μέχρι σήμερα, το κράτος-έθνος για τη λαϊκή κυριαρχία, είναι η κριτική απόσταση των διανοουμένων από την άμεση πολιτική. Η κριτική απόσταση από την άμεση πολιτική πραγματικότητα είναι η «λαϊκή κυριαρχία» των διανοουμένων. Οταν αυτή παραβιάζεται, τότε η πολιτική μαραίνεται. Οταν όμως μαραίνεται η πολιτική, τότε τα σοσιαλδημοκρατικά και αριστερά κόμματα γίνονται περιττά. Το οξυγόνο αυτών των κομμάτων είναι οι ιδέες τους. Χωρίς αυτές θα κυριαρχούν για πολύ οι «γελοίοι ήρωες» του Μαρξ.


Ο κ. Γιώργος Σιακαντάρης είναι διδάκτωρ Κοινωνιολογίας, συγγραφέας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget

Αναγνώστες