Τετάρτη, 7 Ιανουαρίου 2015

Η ιδιωτικοποίηση του μέλλοντος

 Επιμέλεια Θανάσης Γιαλκέτσης, Εφημερίδα των Συντακτών
Ο Ιταλός φιλόσοφος Ρέμο Μποντέι έχει διδάξει σε πολλά πανεπιστήμια της Ευρώπης και της Αμερικής (Κέμπριτζ, Οτάβα, Νέα Υόρκη, Τορόντο κ.ά.). Σήμερα διδάσκει στο UCLA του Λος Αντζελες. Το ακόλουθο κείμενό του δημοσιεύτηκε στην περιοδική επιθεώρηση Lettera Internazionale.
Η ικανότητα να σκεφτόμαστε ένα συλλογικό μέλλον και να το φανταζόμαστε πέρα από τις δικές μας ατομικές προσδοκίες μειώνεται δραστικά. Η Ιστορία φαίνεται ήδη να στερείται την ενδογενή λογική της, η οποία -όπως πίστευαν πολλοί- την οδηγούσε προς έναν καθορισμένο σκοπό, είτε αυτός ήταν η πρόοδος είτε το βασίλειο της ελευθερίας ή η αταξική κοινωνία. Μια κουλτούρα χάνεται, η οποία -στον 18ο και τον 19ο αιώνα- είχε οδηγήσει δισεκατομμύρια πρόσωπα να πιστεύουν ότι τα γεγονότα θα βάδιζαν αναπόφευκτα προς μιαν ορισμένη κατεύθυνση, που είχε προαναγγελθεί ή ήταν προβλέψιμη. Εχουμε συνηθίσει επί μακρόν να σκεφτόμαστε ότι μια συνειδητή ανθρώπινη παρέμβαση ήταν σε θέση να συντομεύσει τον χρόνο που ήταν αναγκαίος ώστε το αναπόφευκτο να γεννηθεί, όπως επιταχύνουμε τις συστολές του τοκετού. Η ιδέα μιας μοναδικής και προσανατολισμένης σε έναν σκοπό Ιστορίας έχει παρέλθει. Σήμερα, το νόημα του τρόπου με τον οποίο ζούμε μέσα στον χρόνο φαίνεται, περισσότερο από κάθε άλλη φορά, να έχει διασκορπιστεί σε μια πολλαπλότητα ιστοριών (με μικρό ι), σε προσωπικά πεπρωμένα που δεν συνδέονται στενά με τα κοινά γεγονότα.
Αυτό συνεπάγεται μια ριζική μεταβολή στον τρόπο με τον οποίο προσλαμβάνουμε το μέλλον. Είμαστε υποχρεωμένοι να στοχαστούμε εκ νέου τα ορθολογικά εργαλεία με τα οποία αντιμετωπίζουμε αυτό το μέλλον, συνδέοντας με διαφορετικό τρόπο τα ατομικά γεγονότα με εκείνα που αφορούν το κοινωνικό σύνολο. Δεν μπορούμε πλέον να τοποθετούμαστε σε μιαν εποχή που ορίζεται από ένα παρελθόν αποτελούμενο από σχετικά σταθερές παραδόσεις και από ένα μακρινό μέλλον αποτελούμενο από ήδη καθορισμένες προσδοκίες.
Το μέλλον ξαναβρίσκει τον χαρακτήρα του της απόλυτης τυχαιότητας ή του τόπου που κυριαρχείται από δυνάμεις οι οποίες ξεφεύγουν από τον ανθρώπινο έλεγχο (αποκαλύπτεται επομένως ουσιαστικά αδύνατο να το προγραμματίσουμε ή φαίνεται να βρίσκεται ξανά στα χέρια του Θεού). Οι συνέπειες αυτής της κατάστασης είναι πολλαπλές. Με ηθικοπολιτικούς όρους διακρίνω ουσιαστικά τρεις. Σε ένα πρώτο επίπεδο, η σημασία του μέλλοντος ως χρόνου της προσδοκίας, της λύτρωσης και της επικείμενης έλευσης του Βασιλείου του Θεού ή της Επανάστασης έχει αλλάξει προσανατολισμό. Γίνεται δύσκολο να φανταστούμε και να υπερασπιστούμε την ύπαρξη του καθένα ως φάση προετοιμασίας για μιαν άλλη ζωή ή ως κοσμικό εργαλείο οικοδόμησης ενός λαμπρού μέλλοντος -έστω και αν αυτό το μέλλον θα το γνώριζαν οι απόγονοί μας.
Πολλές καταστάσεις της ζωής των ανθρώπων (ο πόνος, η αρρώστια, τα γηρατειά, ο θάνατος) θεωρούνται σήμερα βαθιά ανεπανόρθωτες, επειδή δεν βρίσκουν πλέον δικαιολόγηση ούτε σε ένα θρησκευτικό υπερπέραν, σε μια κατάσταση επουράνιας μακαριότητας, ούτε σε ένα επίγειο μέλλον που θα χαρακτηριζόταν από μια αρμονική επίλυση των συγκρούσεων. Τόσο η «αλχημική» μετατροπή του αρνητικού σε θετικό, που θεωρητικοποιούσαν ορισμένες εκδοχές της διαλεκτικής, όσο και οι επαγγελίες αντιστάθμισης των βασάνων του παρόντος με τις χαρές του μέλλοντος φαίνεται να έχουν γίνει νεκρό γράμμα.
Αυτό παράγει ένα είδος εσωτερικού ρήγματος της ατομικής ύπαρξης, η οποία απομακρύνεται από την ελπίδα αλλά όχι από την αγωνία, την παραίτηση ή την αδιαφορία. Ολόκληροι τομείς της εμπειρίας και μεγάλες περιοχές του νοήματος -που προηγούμενα αντιμετωπίζονταν στην προοπτική της αιωνιότητας ή του μακρινού μέλλοντος- αναδιατυπώνονται και μεταγράφονται σε συνάρτηση με νέα κριτήρια εγκυρότητας. Αυτό που ισχύει για τις «αρνητικές» εμπειρίες ισχύει επίσης και για τις «θετικές» εμπειρίες: η επιθυμία να επωφεληθούμε άμεσα -σαν να πρόκειται για δώρα που δεν θα μας ξαναδοθούν- από τον έρωτα, τη φιλία, την απόλαυση ή την ευημερία φαίνεται να συμπυκνώνει σε ασυνεχείς στιγμές τη ζωή που θεωρούμε σκόπιμο να ζούμε.
Ο περιορισμός των προσδοκιών στο τόξο της ψυχικής μόνον ύπαρξης βυθίζει το άτομο μέσα στον χρόνο, χωρίς σωτηρία από τη φθαρτότητα, και το υποχρεώνει να μεταφυτεύσει τις ρίζες του από το στέρεο και αμετάβλητο έδαφος του υπερβατικού ή των μεγάλων εποχών της Ιστορίας στο ασταθές και εφήμερο έδαφος του σώματός του, της βιογραφίας του ή του περιβάλλοντός του. Σε αυτή τη δυσθυμία αντιδρούμε σήμερα με τη στρατηγική που έγκειται στο να καλλιεργούμε έντονα το παρόν, ώστε να το κάνουμε να καρποφορήσει γρήγορα, χωρίς να ενδιαφερόμαστε πολύ γι’ αυτό που θα συμβεί σε ένα πιο μακρινό μέλλον. Αυτό όμως συνεπάγεται ένα είδος ερημοποίησης του μέλλοντος, καθώς κινδυνεύει να τροφοδοτήσει μια καιροσκοπική και αρπακτική νοοτροπία.
Σε ένα δεύτερο επίπεδο, το τέλος των μεγάλων συλλογικών προσδοκιών -οι οποίες πριν από μερικά χρόνια, όταν ο κόσμος ήταν ακόμη διαιρεμένος σε δύο συνασπισμούς, προσανατόλιζαν, έστω με ιδεολογικό τρόπο, δισεκατομμύρια ανθρώπους- συνεπάγεται μια τάση προς την ιδιωτικοποίηση του μέλλοντος και την κατασκευή ουτοπιών κατά παραγγελία, ουτοπιών για προσωπική χρήση. Τα ιδεώδη της εξάλειψης των ανισοτήτων που πλήττουν «ολόκληρη την ανθρωπότητα» ή της επέκτασης της ελευθερίας στον μεγαλύτερο αριθμό ατόμων καταλήγουν να δημιουργούν απογοητεύσεις.
Οι παραδοσιακές κοινωνίες διέθεταν αρκετά αποτελεσματικά εργαλεία προκειμένου να παρηγορούν τους ανθρώπους για τα ενδεχόμενα μειονεκτήματα της κατάστασής τους και προκειμένου να δικαιολογούν τις ιεραρχίες. Οι σύγχρονες δημοκρατικές-εξισωτικές κοινωνίες διακηρύσσουν επίσημα το δικαίωμα όλων των ανθρώπων στην πραγματική ισότητα και στην εξάλειψη όλων των εμποδίων που θα μπορούσαν να την ανακόψουν. Ετσι, αυτές οι κοινωνίες δικαιολογούν την προσδοκία όλων να υπερβούν την αρχική τους κατάσταση και να φτάσουν στην κορυφή της κοινωνικής πυραμίδας, στις πιο σημαντικές θέσεις, στον πλούτο ή στο κύρος.
Μπροστά στην προβλέψιμη αποτυχία όλων όσοι δεν θα κατορθώσουν να υλοποιήσουν τις προσδοκίες τους, αυτές οι κοινωνίες όφειλαν να επεξεργαστούν πολλαπλές τεχνικές, προκειμένου να διαχειριστούν τις απογοητεύσεις που θα προκύψουν από το γεγονός ότι οι υποσχέσεις τους δεν μπορούν να ικανοποιηθούν. Τα σχέδια που ήθελαν να δώσουν στην ιστορία ένα συλλογικό νόημα αποτελούσαν ακριβώς μιαν από τις μορφές αντιστάθμισης και αποζημίωσης των ανικανοποίητων ατομικών προσδοκιών. Παραπέμποντας την υλοποίηση μιας τέλειας κοινωνίας στις μελλοντικές γενεές, δικαιολογώντας τη θυσία των τωρινών γενεών και θέτοντας τον λόγο στην υπηρεσία ενός μακροπρόθεσμου γενικού ιστορικού σχεδίου, αυτά προσέδιδαν νόημα στη ζωή των ατόμων.
Σήμερα όμως αυτή η μεταβίβαση, αυτός ο μηχανισμός αναβολής δεν λειτουργεί πλέον. Σε τρίτο επίπεδο, ένας κύκλος δύο αιώνων σκέψης και πρακτικής φτάνει στο τέρμα του. Στη διάρκεια αυτού του κύκλου, είχαν αποδώσει στην πολιτική μια λειτουργία λύτρωσης και είχαν υποσχεθεί στους λαούς και στις τάξεις μια μελλοντική ευτυχία, που θα προέκυπτε από την ένταξή τους στην πορεία της Ιστορίας. Το γεγονός της ένταξής τους στο ρεύμα των γεγονότων, το γεγονός ότι θα συγχρονίζονταν με διαδικασίες που ήδη βρίσκονταν σε εξέλιξη και ότι θα ακολουθούσαν την ορθολογική μηχανική τους, επέτρεπαν στην πολιτική να επωφελείται από την ανυψωτική ενέργεια του ιστορικού κινήματος για να πετυχαίνει τους σκοπούς της. Σήμερα, ακόμη και αυτό το κίνητρο έχει χαθεί, αφού ο μηχανισμός που το γεννούσε δεν λειτουργεί πλέον. […]

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget

Αναγνώστες