Δευτέρα, 12 Ιανουαρίου 2015

Συνταγματική διέξοδος σε ενδεχόμενο κυβερνητικό αδιέξοδο

 Του Αντώνη Μανιτάκη, Καθημερινή
Είναι γεγονός ότι η μετεκλογική πορεία σχηματισμού κυβέρνησης προαλείφεται δύσβατη, στενόχωρη συνταγματικά και εξαιρετικά αβέβαιη πολιτικά. Αν κρίνει κανείς από τις ασφυκτικές συνταγματικές προθεσμίες, τόσο από αυτές που τάσσει το Σύνταγμα για τον σχηματισμό κυβέρνησης όσο και από αυτές που προβλέπονται για την εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας, τότε η προοπτική για μια ενδεχόμενη πολιτειακή κρίση, αν δεν προκύψει από τις εκλογές κοινοβουλευτική κυβέρνηση, δεν είναι απίθανη. Εκτός και εάν, όπως θα δούμε στη συνέχεια, στην ύστερη φάση της διαδικασίας των διερευνητικών εντολών, οι αρχηγοί των κομμάτων ανταποκριθούν σε σχετική πρόσκληση του ΠτΔ., όπως προνοεί, άλλωστε, το Σύνταγμα, και συνεννοηθούν. Ας πάρουμε τα πράγματα με τη συνταγματική σειρά τους. Υπάρχει, πράγματι, το ενδεχόμενο να μη σταθεί δυνατόν να σχηματιστεί κυβέρνηση στις προθεσμίες που ορίζει το Σύνταγμα και να οδηγηθούμε και πάλι, στα μέσα Φεβρουαρίου, σε δεύτερες εκλογές, όπως τον Μάιο του 2012. Τούτο, ενδέχεται να συμβεί αν κανένα κόμμα δεν συγκεντρώσει την απόλυτη πλειοψηφία των εδρών στη Βουλή και δεν τελεσφορήσει η διαδικασία των διερευνητικών εντολών. Οπότε ενεργοποιείται, κανονικά, η διαδικασία σχηματισμού εκλογικής κυβέρνησης με ταυτόχρονη διάλυση της Βουλής και διενέργεια νέων εκλογών. Για να αποτραπεί κάτι τέτοιο και για να σταθεί δυνατόν να εκλέξει Πρόεδρο της Δημοκρατίας η νέα Βουλή, όπως απαιτεί, κατά προτεραιότητα, το Σύνταγμα (άρθρο 32 παρ. 5, εδ. β), θα πρέπει να διατηρηθεί εν ζωή η ίδια και για να γίνει αυτό θα πρέπει να σχηματιστεί κυβέρνηση που να έχει την εμπιστοσύνη της νέας Βουλής.
Αυτό απορρέει από την κοινοβουλευτική αρχή του πολιτεύματος και αυτό προκύπτει από το άρθρο 37 παρ. 3Σ. Και δεύτερον, για να ξεκινήσει η διαδικασία εκλογής ΠτΔ θα πρέπει, οπωσδήποτε, να έχει συγκροτηθεί η νέα Βουλή σε Σώμα, (άρθρο 32 παρ. 4, εδ., 2Σ και παρ. 5, εδ. β) εκλέγοντας προεδρείο, και στη συνέχεια να έχουν συγκροτηθεί οι κοινοβουλευτικές ομάδες, μόνες αρμόδιες, σύμφωνα με τον Κανονισμό της Βουλής, να προτείνουν υποψήφιο Πρόεδρο. Με αυτά τα δεδομένα, η διαδικασία για νέο Πρόεδρο δεν μπορεί να ξεκινήσει πριν από τις 7 Φεβρουαρίου. Αν μπορέσει η πλειοψηφία της Βουλής να καταλήξει σε εκλογή προεδρείου της Βουλής στις 8 ή 9/2 τότε θα μπορεί και ΠτΔ να εκλέξει και νέα κυβέρνηση να στηρίξει για οποιοδήποτε σκοπό, ακόμη και για εκλογές μετά την εκλογή όμως Προέδρου.

Οπως είναι εξάλλου γνωστό, η διαδικασία των τριών διαδοχικών, τριήμερης διάρκειας, διερευνητικών εντολών, διαρκεί εννιά ημέρες. Αμέσως, μετά όμως, εφόσον οι διερευνητικές εντολές δεν τελεσφορήσουν, το Σύνταγμα αναγνωρίζει στον Πρόεδρο μια ύστατη δυνατότητα σχηματισμού κοινοβουλευτικής κυβέρνησης, λίγο πριν πάμε σε νέες εκλογές. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας οφείλει, ενεργώντας στο πλαίσιο της ρυθμιστικής αρμοδιότητάς του και της διακριτικής ευχέρειας που του παρέχει, ρητά, το Σύνταγμα στο άρθρο 37 παρ.3, εδ. β.Σ, να «καλέσει τους αρχηγούς των κομμάτων», εν συμβουλίω ή έναν έναν κατ’ ιδίαν ή όπως αλλιώς κρίνει ο ίδιος και να τους ζητήσει, να τους προτρέψει να συνεννοηθούν και να συμφωνήσουν στον σχηματισμό κοινοβουλευτικής κυβέρνησης, με σκοπό κατά προτεραιότητα την εκλογή ΠτΔ για να μην πάει η χώρα σε εκλογές χωρίς να έχει εκλέξει, προηγουμένως, νέο Πρόεδρο. Ή ακόμη και για την αναδιαπραγμάτευση του χρέους και τη σύναψη νέας συμφωνίας με τους Ευρωπαίους εταίρους ή και για άλλους επιτακτικούς λόγους εθνικού συμφέροντος.

Το Σύνταγμα δεν τάσσει χρονικό περιθώριο για τη διαδικασία αυτή. Το αφήνει στην ευχέρεια του ρυθμιστή του πολιτεύματος, ο οποίος θα κρίνει, ανάλογα με τον επείγοντα χαρακτήρα του σχηματισμού κυβέρνησης και τις πραγματικές δυνατότητες αποφυγής νέας προσφυγής στις κάλπες. Αυτή είναι μια πρώτη σημαντική χαραμάδα συνταγματικού διεξόδου με πρωταγωνιστή τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας.

Θα πρέπει ακόμη να έχουμε υπόψη μας ότι για να μετατραπεί η διερευνητική εντολή σε εντολή σχηματισμού κυβέρνησης θα πρέπει να προκύψει, πασίδηλα και μάλιστα αριθμητικά, ότι ο εντολοδόχος πρωθυπουργός διαθέτει την εμπιστοσύνη της Βουλής, πριν πάει η κυβέρνηση στη Βουλή. Αριθμητικά, θα αρκούσε πάντως ακόμη και μία απόλυτη πλειοψηφία των παρόντων, απλώς, βουλευτών, η οποία δεν θα μπορούσε όμως να είναι κατώτερη των 120 ψήφων, όπως προβλέπει σχετικά το άρθρο 84 παρ.6Σ. Αρα το Σύνταγμα προβλέπει για την αποφυγή ακυβερνησίας τη δυνατότητα σχηματισμού κυβερνήσεων μειοψηφίας ή ανοχής, εφόσον συμφωνήσουν, βέβαια, οι συνεργαζόμενες κοινοβουλευτικές δυνάμεις. Είναι και αυτή μία επιπλέον συνταγματική χαραμάδα συνταγματικής διεξόδου από την κυβερνητική αβεβαιότητα.

Εν κατακλείδι, μια νέα προσφυγή στη λαϊκή ετυμηγορία, λίγες μόνον ημέρες μετά την προηγούμενη, δεν θα αποτελούσε απλώς καταστρατήγηση της συνταγματικής επιταγής για εκλογή κατά προτεραιότητα Προέδρου της Δημοκρατίας, με οποιαδήποτε πλειοψηφία, όταν η προηγούμενη Βουλή έχει διαλυθεί λόγω αδυναμίας εκλογής Προέδρου. Θα συνιστούσε, παράλληλα, και περιφρόνηση της νωπής λαϊκής εντολής. Θα μπορούσε ακόμη να ερμηνευτεί και ως εκβιασμός της λαϊκής βούλησης ή και να αποβεί ολέθρια για τον τόπο, ενόψει των εξαιρετικά κρίσιμων και οριακών καταστάσεων που περνάμε. Δεν υπάρχει σωτηρία για τη χώρα, αλλά ούτε μπορεί να πραγματοποιηθεί οποιαδήποτε αλλαγή ή ανατροπή ή μεταρρύθμιση, απ’ οποιαδήποτε κυβέρνηση, αν δεν υπάρξει πολιτική συναίνεση και εθνική συνεννόηση.

Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, ως ρυθμιστής του πολιτεύματος και ως σύμβολο της πολιτικής ενότητας του λαού και της συνέχειας του κράτους, έχει τα συνταγματικά ερείσματα και το προσωπικό κύρος για να λειτουργήσει, λίγες μέρες πριν λήξει η θητεία του προς αυτήν την κατεύθυνση. Η προστασία της κλονισμένης και απαξιωμένης, πολιτικά, αντιπροσωπευτικής μας δημοκρατίας, συνυφασμένη με την ομαλή και σταθερή λειτουργία του κοινοβουλευτικού μας συστήματος, εξαρτάται, σήμερα, όσο ποτέ άλλοτε, από τον σχηματισμό, άμεσα, κυβέρνησης συνεργασίας, ισχυρής, ικανής να αντιμετωπίσει, αποφασιστικά, με την ευρύτερη δυνατή λαϊκή, κοινοβουλευτική και διακομματική στήριξη τα υπαρξιακά προβλήματα της χώρας.

Ας ελπίσουμε ότι την ύστατη ώρα θα εισακουστούν οι παραινέσεις του ανωτάτου άρχοντα και η πολιτική ηγεσία του τόπου θα συναισθανθεί τις ιστορικές ευθύνες της.

*Ο κ. Αντώνης Μανιτάκης είναι ομότιμος καθηγητής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget

Αναγνώστες