Σάββατο, 26 Ιανουαρίου 2013

Η αποτυχία των θεσμών. Οι οικονομικές επιδόσεις των κρατών βασίζονται στην ποιότητα κανόνων και αξιών


Του Π. Κ.Ιωακειμίδη, ΝΕΑ, 25.1.13
Στο σημαντικό βιβλίο τους «Γιατί τα έθνη αποτυγχάνουν: Οι καταβολές της ισχύος, της ευημερίας και της φτώχειας» («Why Nations Fail: the origins of Power, Prosperity and Poverty» - Profile Books, 2012), οι καθηγητές D. Acemoglu και J. Robinson διατυπώνουν τη βασική υπόθεση ότι «οι χώρες διαφέρουν στον βαθμό της οικονομικής τους επιτυχίας λόγω της ποιότητας των θεσμών και των κανόνων που προσδιορίζουν το πώς λειτουργεί η οικονομία καθώς και των αξιών και κινήτρων που εμπνέουν τους πολίτες». Οι συγγραφείς αποδίδουν δηλαδή την ύπαρξη ευημερίας ή φτώχειας καθώς και την οικονομική σταθερότητα σε μια χώρα σε πολιτικούς (θεσμούς) και πολιτιστικούς λόγους (κίνητρα για δράση). Μολονότι οι συγγραφείς μελετούν κυρίως αναπτυσσόμενες κοινωνίες και οικονομίες (Αφρικής, Λ. Αμερικής, Ασίας κ.ά.), η θέση τους ότι «οι θεσμοί είναι αυτοί που ευθύνονται, αυτοί που κρατούν τις φτωχές κοινωνίες φτωχές και τις εμποδίζουν να προωθήσουν τη διαδικασία ανάπτυξης ή ακριβώς το αντίθετο» προβάλλεται ως ισχύουσα και για άλλες περιπτώσεις ανεπτυγμένων κρατών. Και όταν αναφέρονται στους θεσμούς συμπεριλαμβάνουν το σύνολο των κρατικών, διοικητικών, πολιτικών δομών που συγκροτούν μια ορισμένη πολιτική οντότητα.

Η θέση των συγγραφέων είναι απολύτως σχετική με την Ελλάδα. Κατά βάση η οικονομική κρίση στην οποία οδηγήθηκε η χώρα συνιστά θεσμική/πολιτική αποτυχία ενώ τροφοδοτήθηκε από ένα ορισμένο πολιτιστικό μόρφωμα. Η θεσμική αποτυχία έγκειται στην αδυναμία κρατικού συστήματος, διοίκησης και πολιτικών φορέων να επιλύουν προβλήματα, να λειτουργούν ουδέτερα για την προαγωγή του γενικού συμφέροντος, να υπηρετούν την κοινωνία και τους πολίτες γενικώς και όχι επιμέρους συμφέροντα. Το πολιτιστικό μόρφωμα που τροφοδότησε την κρίση συναρθρώνεται με τα στοιχεία του ανορθολογισμού, της απουσίας εμπιστοσύνης σε θεσμικές δομές και ανάδειξη των διαπροσωπικών σχέσεων, στην ελάχιστη έμφαση στην ανάγκη απαρέγκλιτης τήρησης των κανόνων (ανομία), την ανάδειξη του κράτους στο ρόλο του απόλυτου προστάτη (ή του απόλυτου αντιπάλου), στην προβολή της προσωπικότητας μέσω εξωτερικών στοιχείων (κατανάλωσης, επιδεικτικής συμπεριφοράς).
Και για μεν το «πολιτιστικό μόρφωμα» ελάχιστα μπορούν να γίνουν σε ορατό διάστημα χρόνου, αν και ορισμένα μπορούν και πρέπει να γίνουν. Θα πρέπει, π.χ., να ξαναδούμε τι ακριβώς διδάσκουμε από το δημοτικό μέχρι το λύκειο και πανεπιστήμιο για τη χώρα, τι είδους πρότυπα καλλιεργούμε, τις είδους ταυτότητες αναδεικνύουμε. Αλλά για τους θεσμούς, τη θεσμική μεταρρύθμιση, μπορούν να γίνουν σε σχετικά σύντομο διάστημα πολύ περισσότερα και σημαντικά. Θα πρέπει επομένως να ανοίξει ένας ευρύτερος διάλογος, ιδιαίτερα και ενόψει της τροποποίησης του Συντάγματος. Ενας διάλογος για τον εκσυγχρονισμό των πολιτικών και συνταγματικών θεσμών και τον εκσυγχρονισμό, εξορθολογισμό της δημόσιας διοίκησης, του κομματικού συστήματος των ανεξάρτητων Αρχών, της περιφερειακής και τοπικής αυτοδιοίκησης του εκλογικού συστήματος κ.λπ.

Τελευταία προτείνεται η θέσπιση της απλής αναλογικής ως το πάγιο εκλογικό σύστημα για τη χώρα. Ο Θ. Πάγκαλος θέτει επίσης επιμόνως το θέμα της τροποποίησης του εκλογικού νόμου. Ορθώς. Η ανάγκη να αποκτήσει η Ελλάδα ένα σύγχρονο, δίκαιο και αποτελεσματικό (να δίδει κυβερνητική σταθερότητα) σύστημα είναι προφανής. Δεν γνωρίζω άλλη χώρα της Ευρωπαϊκής Ενωσης που να αλλάζει με τέτοια ταχύτητα το εκλογικό σύστημα ανάλογα με τις σκοπιμότητες της στιγμής όπως η Ελλάδα. Τα εκλογικά συστήματα (ο δεύτερος σε σημασία νόμος μιας πολιτείας μετά το Σύνταγμα) παραμένουν σταθερά για δεκαετίες ή και περισσότερο. Μια τροποποίηση που προτείνεται είναι η κατάργηση του σταυρού προτίμησης προκειμένου να αποκοπεί η διαπροσωπική ή ακόμη και δυνητικά διεφθαρμένη σχέση ανάμεσα στον πολίτη και τον βουλευτή. Θεωρητικώς ορθή πρόταση. Αλλά η εφαρμογή της προϋποθέτει την ανοιχτή, δημοκρατική οργάνωση των κομμάτων όπου η ανάδειξη των υποψηφίων θα  γίνεται μέσα από συλλογικές εκλογικές διαδικασίες και δεν χρίζονται απλώς οι «κηπουροί» των εκάστοτε αρχηγών ως υποψήφιοι. Στην Ελλάδα έχουμε δύο περιπτώσεις για τις οποίες δεν απαιτείται σταυρός προτίμησης: το ψηφοδέλτιο επικρατείας στις γενικές βουλευτικές εκλογές και το ψηφοδέλτιο για τις ευρωεκλογές. Και τι ακριβώς έχει προκύψει; Με ορισμένες εξαιρέσεις, οι εκάστοτε αρχηγοί έχουν στείλει στο Ελληνικό Κοινοβούλιο και στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο τους «κολλητούς», κηπουρούς και άλλους, γενικώς άτομα ακατάλληλα για τους θεσμούς που έπρεπε να υπηρετήσουν. Ας μη γενικεύσουμε συνεπώς το φαινόμενο. Για όσο τα κόμματα παραμένουν φέουδα αρχηγών, ο σταυρός προτίμησης παραμένει ένα ελάχιστο αναγκαίο (ίσως κακό) μέσο ελέγχου, αλλά και μέσο κινητοποίησης του εκλογικού σώματος. Υπάρχουν πολλοί άλλοι τρόποι βελτίωσης του εκλογικού συστήματος. Η θεσμική ανασυγκρότηση πάει όμως πολύ πιο πέρα από τον εκλογικό νόμο...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget

Αναγνώστες