Τετάρτη, 16 Ιανουαρίου 2013

Η κρίση του λαϊκισμού. Η σημερινή Ελλάδα χρειάζεται πρωτίστως κόμματα αρχών


Του Μάνου Γ. Παπάζογλου, ΝΕΑ, 15.1.13
«Ο λαός είναι κυρίαρχος, επαναστατεί, αντιστέκεται, υποφέρει, θυσιάζεται, απειλείται, ενώ κυρίαρχες ελίτ δρουν ασύδοτες με αρπακτικές διαθέσεις εις βάρος του, υπονομεύουν το κράτος, την εθνική κυριαρχία και το δημόσιο συμφέρον». Τα παραπάνω έχουν μια δόση αλήθειας, αλλά και αρκετή δόση υπερβολής. Ο λαϊκισμός δεν είναι αυτοάνοσο νόσημα των κομμάτων. Αντιθέτως, αποτελεί τον ασφαλέστερο μηχανισμό πολιτικής κινητοποίησης και κομματικής ταύτισης, πόλωσης και φθοράς του αντιπάλου. Τα λαϊκιστικά κόμματα αυτά λειτουργούν δημεγερτικά εναντίον ενός εχθρού που τα ίδια συχνά επινοούν, αναλαμβάνουν τον ρόλο του αυτόκλητου προστάτη του λαού, του αυθεντικού ερμηνευτή της βούλησής του. Τα λαϊκιστικά κινήματα είναι ο κανόνας στις περισσότερες χώρες της Λατινικής Αμερικής με αίτημα τη διασφάλιση των πολιτικών και κοινωνικών δικαιωμάτων. Στις χώρες αυτές επικράτησαν και λαϊκιστικά καθεστώτα με περιορισμένα αποτελέσματα στην ουσιαστική εδραίωση της δημοκρατίας, αλλά τα λαϊκιστικά κόμματα παραμένουν κυρίαρχα (Αργεντινή, Χιλή, Περού, Βενεζουέλα). Η ανάμνηση της επανάστασης εξακολουθεί να κινητοποιεί υποστηρικτές και να διαμορφώνει προγράμματα (Zαπατίστας, Βολιβία του Μοράλες).
Συχνά τα κινήματα αυτά αποτελούν έκφραση διαμαρτυρίας εναντίον αλλαγών σε ένα κοινωνικό status quo. Τέτοια είναι η περίπτωση του People's Party των Ηνωμένων Πολιτειών στα μέσα του 1870 και των Narodniks στη Ρωσία. Ο Πουζάντ στη μεταπολεμική Γαλλία υπεραμύνθηκε των συμφερόντων των μικροβιοτεχνών, ενώ κινήματα με λαϊκιστικό χαρακτήρα εναντίον των φόρων αναπτύχθηκαν στις σκανδιναβικές χώρες. Το Tea Party των ΗΠΑ, στις μέρες μας, κραδαίνει τη σημαία της αντίστασης εναντίον των κρατικών ελίτ και των κοινωνικών ομάδων που λαμβάνουν κρατικούς πόρους και πλήττουν τη δημοσιονομική κατάσταση εις βάρος του λαού. Από την αντίθετη σκοπιά, το Occupy Wall Street καταγγέλλει την καταδυνάστευση του λαού από μία οικονομική ολιγαρχία. Αλλοτε πάλι, προσλαμβάνουν τον χαρακτήρα του εθνικού κινήματος, όπως συνέβη με τους κεμαλιστές στην Τουρκία, το Κουομιντάνγκ στην Κίνα και ανάλογα απελευθερωτικά κινήματα στην Αφρική.  Λαϊκιστικές όψεις είχε και το μεσοπολεμικό New Deal του Ρούζβελτ εναντίον των οικονομικών ελίτ που οδήγησαν στο κραχ. Τα παραπάνω ενδεικτικά παραδείγματα φανερώνουν την πλαστικότητα του λαϊκισμού υπό διαφορετικές πολιτικές και ιδεολογικές στοχοθεσίες. Στην Ελλάδα της κρίσης, οι τελευταίες εκλογές και η επιτυχία ορισμένων κομμάτων επιβεβαιώνουν του λόγου το ασφαλές.

Η άποψή μου, όμως, είναι ότι ο λαϊκισμός δεν είναι χρήσιμος πλέον στο πολιτικό σύστημα, γιατί το πρωταρχικό πρόβλημα της χώρας είναι η βιώσιμη και δίκαιη διακυβέρνηση και όχι η εδραίωση δημοκρατικών θεσμών, ο συμβιβασμός και όχι η πόλωση. Το κινηματικό ΠΑΣΟΚ του 1970 ενσωμάτωσε τα ριζοσπαστικά αιτήματα σε ένα κοινοβουλευτικό πλαίσιο δράσης, αλλά η λαϊκιστική ρητορική λειτούργησε ως τροχοπέδη για τις κυβερνήσεις ΠΑΣΟΚ τη δεκαετία του 1980. Η λαϊκιστική συγκεντρωτική ηγεσία υποβάθμισε σοβαρά την ουσιαστική λειτουργία της κυβέρνησης και του Κοινοβουλίου.
Στην Ελλάδα της κρίσης ισχύει το «ο αναμάρτητος πρώτος τον λίθον βαλέτω». Ο «λαός» ως τέτοιος δεν υπήρξε πάντοτε αθώος ούτε οι ευθύνες μπορούν να αποδοθούν κατ' αποκλειστικότητα σε μία ομάδα/ελίτ. Ο κυρίαρχος λαός εκφράστηκε στις τελευταίες εκλογές, αλλά κανένα κόμμα δεν μπορεί να επικαλείται ότι αποτελεί τον αυθεντικό ερμηνευτή της βούλησής του.
Επειδή τα κόμματα θα εξακολουθήσουν να επιστρατεύουν λαϊκιστικές τακτικές, η αλλαγή θα προέλθει μόνον από εκείνους τους πολίτες και μέρος του πολιτικού προσωπικού οι οποίοι θα αναπτύξουν εκλογικευμένα, και όχι οπαδικά, επιχειρήματα για να πείσουν τους υπόλοιπους για την ορθότητα της δικής τους πρότασης. Κυρίως, όμως, θα υπηρετήσουν από τη θέση της κυβέρνησης με υπευθυνότητα τα πρόδηλα κοινά συμφέροντα των πολιτών επιτυγχάνοντας ουσιαστικά αποτελέσματα στο πεδίο της κοινωνικής δικαιοσύνης και της λειτουργίας των δημοκρατικών θεσμών.  
«Είμαι ένας από εσάς» λέει ο Τσάβες, αλλά επιστράτευσε κάθε μέσο για να μακροημερεύσει στη θέση του Προέδρου από το 1999, θέση την οποία έχει εξασφαλίσει έως το 2019. Ο απίθανος λαϊκιστής Τακσίν Σιναουάτρα στην Ταϊλάνδη κέρδισε τις εκλογές το 2001 υποσχόμενος την απάλειψη της φτώχειας εντός τεσσάρων ετών, αλλά πέτυχε λιγότερα από κάθε άλλη προηγούμενη κυβέρνηση και σήμερα ζει εξόριστος έχοντας καταδικαστεί σε φυλάκιση λόγω σκανδάλων. Χρειαζόμαστε άραγε τέτοια πρότυπα ηγεσίας σήμερα; Επιτέλους, ας αξιοποιήσουμε τις πρακτικές μιας ώριμης δημοκρατίας για να τακτοποιήσουμε τα του οίκου μας.
O Μάνος Γ. Παπάζογλου είναι λέκτορας Πολιτικών Συστημάτων στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget

Αναγνώστες