Τρίτη 16 Ιουνίου 2015

Τα δύο σενάρια για τη συμφωνία που έρχεται

Του Αριστείδη Χατζή, www.protagon.gr
Εάν έχετε αγωνία για τη διαπραγμάτευση, αν φοβάστε ότι θα οδηγηθούμε σε ρήξη, εάν θεωρείτε πολύ πιθανή την έξοδο από την Ευρωζώνη, χαλαρώστε. Το πιο πιθανό είναι ότι η συμφωνία θα κλείσει – και μάλλον σύντομα. Εξηγώ το γιατί με μια σειρά 12 ερωτήσεων και απαντήσεων, που θα σας βοηθήσουν να κατανοήσετε το τελευταίο δραματικό στάδιο των διαπραγματεύσεων:
1. Θα υπάρξει τελικά συμφωνία με τους εταίρους/δανειστές;
Ναι, θα υπάρξει. Δεν ξέρω ποιος θα την υπογράψει, αλλά θα υπάρξει.
2. Τι εννοείς; Ποιος άλλος μπορεί να την υπογράψει, εκτός από τον Τσίπρα;
Για να απαντήσω θα πρέπει να παρουσιάσω πρώτα το δεύτερο σενάριο, το κακό (όχι ότι το άλλο είναι καλό, απλά αυτό είναι πολύ κακό):
Εάν ο πρωθυπουργός διαπιστώσει ότι η καλύτερη εφικτή συμφωνία δεν μπορεί να περάσει από την κοινοβουλευτική του ομάδα ή μπορεί να θέσει σε σοβαρό κίνδυνο τη συνοχή του ΣΥΡΙΖΑ, θα μπει σε ένα μεγάλο πειρασμό: να αποδράσει. Να αρνηθεί δηλαδή να υπογράψει τη συμφωνία και να παραιτηθεί.
3. Μα είναι δυνατόν να παραιτηθεί ένας δημοφιλής πρωθυπουργός με τόσο νωπή εντολή;
Είναι. Ειδικά αν η παραίτηση δεν μοιάζει με παραίτηση αλλά με ηρωική έξοδο και προσφυγή στο λαό. Σύμφωνα μ’ αυτό το σενάριο, ο πρωθυπουργός θα ζητήσει από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας πρόωρες εκλογές. Αλλά ενώ καταρχήν κανένας δεν θα μπορεί να τον κατηγορήσει γι’ αυτό, θα πρόκειται στην ουσία για εύσχημο τρόπο να παραιτηθεί. Να αποφύγει δηλαδή τις ευθύνες του.

Δευτέρα 15 Ιουνίου 2015

Η Συμμορία της Δραχμής δεν θέλει συμφωνία



 Του Κώστα Καλλίτση, Καθημερινή
Συμφωνούμε ότι ο πρώτος, άμεσος, σπουδαιότερος στόχος είναι (και πρέπει να είναι...) να φρενάρει και να αρχίσει η αναστροφή της ύφεσης, προκειμένου να αναχαιτισθεί η καταστροφή των θέσεων εργασίας και να γίνει δυναμική εκκίνηση μιας νέας διαδικασίας, απορρόφησης της ανεργίας (όχι διά της μετανάστευσης αλλά) διά της δημιουργίας νέων, βιώσιμων θέσεων εργασίας; Αν ναι, τότε το δέον γενέσθαι μεταξύ των υπαρκτών διαθέσιμων επιλογών, είναι ολοφάνερο: Να υπογράψουμε συμφωνία με τους εταίρους που είναι και (οι μοναδικοί στον κόσμο πρόθυμοι...) δανειστές μας. Οι ώρες είναι κρίσιμες, οι κουβέντες μας πρέπει να είναι καθαρές. Τα «ναι μεν αλλά», οι ασαφείς ρητορείες και τα πολιτικάντικα λόγια είναι τα τελευταία που χρειάζεται ο ελληνικός λαός σήμερα. Η ρήξη με τους εταίρους μας στις δεδομένες συνθήκες δεν συνιστά θεμιτή επιλογή. Ενδεχόμενη ρήξη θα οδηγούσε αναγκαστικά και αυτόματα στο υποχρεωτικό ολιγοήμερο κλείσιμο των τραπεζών και στην τελευταία Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου που θα υπέγραφε ο σημερινός πρωθυπουργός (μιας κυβέρνησης που θα αποδεικνυόταν εξαιρετικά βραχύβια, βραχύτατη παρένθεση...) για να επιβάλλει μέτρα ελέγχου στην κίνηση κεφαλαίων και στην ανάληψη καταθέσεων. Οι συνέπειες θα ήταν βαριές και διαρκείς, θα άνοιγαν ολισθηρό δρόμο όχι μόνο για την οικονομία αλλά και για τους δημοκρατικούς θεσμούς, που θα δοκιμάζονταν σκληρά από την κοινωνική αναστάτωση, την παράλυση του κράτους, τη διάλυση κρίσιμων υπηρεσιών του. Κι ας θυμόμαστε, ότι σε τέτοιες συνθήκες οι εθνικοί κίνδυνοι, αντικειμενικά, πάντα μεγεθύνονται.

Η κυβέρνηση δίνει μάχη (ΙΙΙ) Κατά των φτωχών, κατά των ανέργων και κατά των νέων

Του Μάνου Ματσαγγάνη, Athens Voice
Μέρος Γ. Ποιον ωφελεί η απόφαση του ΣτΕ για την αντισυνταγματικότητα των περικοπών;
Στο προηγούμενο άρθρο («Ποιον ωφελεί η ακύρωση των «αντιασφαλιστικών μνημονιακών νόμων») εξηγούσαμε γιατί το σύστημα που προέβλεπαν οι νόμοι 3863/2010 και 4052/2012, για τις κύριες και επικουρικές συντάξεις αντιστοίχως, το οποίο η ελληνική κυβέρνηση θέλει να καταργήσει, εξυπηρετεί καλύτερα τα συμφέροντα των φτωχών, των ανέργων και των νέων από το ασφαλιστικό που χάρη στο κατενάτσιο των κυβερνήσεων ΝΔ-ΠΑΣΟΚ ισχύει ακόμη. Η κυβέρνηση επικαλείται (ψευδώς, όπως θα δούμε) ανάλγητες περικοπές των χαμηλών συντάξεων για να διασώσει τις υψηλές συντάξεις των διαχρονικών πελατών του πολιτικού συστήματος. Οι υπερασπιστές των συντεχνιών, με μπροστάρη τον Στρατούλη, μάχονται για να διατηρήσουν εξωφρενικά προνόμια: συντάξεις που ξεπερνούν κατά πολύ τις εισφορές που πλήρωναν όταν δούλευαν, 10 και 15 χρόνια πριν από την υποτιθέμενη γενική ηλικία συνταξιοδότησης που ισχύει στην υπόλοιπη Ελλάδα (και στην υπόλοιπη Ευρώπη). Τι λέει η κυβέρνηση; Βαρουφάκης στο Βερολίνο: «Δεν θα ψηφίσουμε περικοπές 40% σε συντάξεις των 350 ευρώ». Τσίπρας στην Corriere della Sera: «Σε πέντε χρόνια μειώσαμε τις συντάξεις 44%». (Κατά λέξη: «μειώσαμε». Με τους ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ στους δρόμους και την Αθήνα να καίγεται.) Ποια είναι η πραγματικότητα; Σύμφωνα με τους υπολογισμούς του Υπουργείου Εργασίας, η σωρευτική μείωση τα τελευταία 5 χρόνια ήταν 14,3% για τις χαμηλές συντάξεις (600 ευρώ επί 14 μήνες το 2010). Η μόνη μείωση προήλθε από την περικοπή της 13ης και της 14ης σύνταξης. Δεν είναι λίγο το 14,3%, ειδικά για φτωχούς ανθρώπους. Αλλά απέχει πολύ από το 40% και 44% που διαδίδουν οι ηγέτες μας. Ίσως νομίζουν ότι οι κουτόφραγκοι δεν γνωρίζουν τι ακριβώς ισχύει με τις συντάξεις στην Ελλάδα. Εκ προσωπικής πείρας σας διαβεβαιώ ότι γνωρίζουν – καλύτερα από τους ίδιους. Βέβαια, στα υψηλότερα κλιμάκια οι περικοπές ήταν μεγαλύτερες. Για παράδειγμα, όσοι το 2010 έπαιρναν σύνταξη 2.100 ευρώ (1.800 ευρώ κύρια συν 300 ευρώ επικουρική, επί 14 μήνες) υπέστησαν σωρευτική μείωση 34,9%. Πάνω από αυτά τα όρια βρίσκονται ελάχιστοι: μόνο 4,5% των κύριων συντάξεων σήμερα είναι πάνω από 1.500 ευρώ. Εκεί οι μειώσεις μπορεί όντως να φτάνουν τα ποσοστά που διαλαλούν οι Τσίπρας-Βαρουφάκης. Ίσως να μάχονται για αυτό το ανώτερο 4,5%. Σίγουρα ανήκουν σε αυτό.

Η πολιτική στα χρόνια του πλεονάσματος



 Του Αρίστου Δοξιάδη, Καθημερινή
Οταν συζητούμε για τα Μνημόνια, συνήθως ξεχωρίζουμε τους δημοσιονομικούς στόχους από τις μεταρρυθμίσεις. Αλλά η πιο μεγάλη μεταρρύθμιση του κράτους θα ήταν να λειτουργήσει για μερικά χρόνια χωρίς πρωτογενές έλλειμμα. Αν καταλήξουμε σε συμφωνία που προβλέπει πρωτογενές πλεόνασμα, ακόμη και κοντά στο μηδέν τοις εκατό του ΑΕΠ, αυτό θα μπορούσε να μετασχηματίσει ριζικά τον τρόπο που κατανέμει τις δαπάνες η κυβέρνηση, και το περιεχόμενο της πολιτικής αντιπαράθεσης. Η αλλαγή μπορεί να προκύψει τη στιγμή που όλοι θα συνειδητοποιήσουν ότι υπάρχει ένα απόλυτο όριο στο άθροισμα των δαπανών του κράτους, και αυτό ορίζεται από τους φόρους που εισπράττει. Δηλαδή ότι κάθε δαπάνη σημαίνει μια περικοπή σε κάποια άλλη δαπάνη ή απαιτεί κάποιον φόρο που την καλύπτει. Οτι για κάθε πρόωρη σύνταξη θα μείνει χωρίς γάζες κάποιο νοσοκομείο. Για κάθε επαναπρόσληψη του κ. Κατρούγκαλου, κάποιοι θα πληρώσουν ακριβότερο ΦΠΑ στα τρόφιμα. Για κάθε ταξίδι της κυρίας Κωνσταντοπούλου, θα μείνει χωρίς επίδομα ένας άνεργος. Η κυβέρνηση θα είναι υποχρεωμένη να κάνει αυτές τις δύσκολες επιλογές. Και να εξηγεί γιατί αυτό και όχι το άλλο. Προϋπόθεση δεν είναι μόνο να τεθεί το πλεόνασμα ως στόχος. Είναι να ισχύσει ντε φάκτο, από τους περιορισμούς της πραγματικότητας, να υπάρχει δηλαδή αυτό που ονομάζουν οι οικονομολόγοι «σκληρό όριο δαπανών» (hard budget constraint). Μέχρι πριν από λίγα χρόνια, τα όρια του προϋπολογισμού ήταν πολύ ελαστικά, με υπερβάσεις παντού, ακόμη και όταν τα έσοδα από φόρους υστερούσαν. Η διαφορά καλυπτόταν με δανεισμό.

Κυριακή 14 Ιουνίου 2015

Η ΕΡΤ παραμένει ασπρόμαυρη

 Της Μαρίας Κατσουνάκη, Καθημερινή
Είναι ωραίος ο κόσμος στη νέα ΕΡΤ. Χαρούμενος, ευχαριστημένος, συγκινημένος. Ηρθε να καταυγάσει το μνημονιακό σκοτάδι με αντιμνημονιακό φως, να υπενθυμίσει την καταχρηστική χρήση του όρου δημόσια ελληνική ραδιοφωνία - τηλεόραση. Οχι γιατί δεν είναι ελληνική, αλλά γιατί δεν είναι δημόσια, όπως και ποτέ, σχεδόν, δεν υπήρξε. Τα όποια διαλείμματα ανεξιθρησκίας, μάλλον σε αδράνεια του πολιτικού συστήματος θα πρέπει να αποδοθούν. Ο δημόσιος χαρακτήρας της εξαντλείται στο ανταποδοτικό τέλος των πολιτών, που περιλαμβάνεται στους λογαριασμούς της ΔΕΗ. Κατά τα άλλα, η εκάστοτε κυβέρνηση έχει τον κύριο και καθοριστικό λόγο, προβάλλοντας τη δική της αντίληψη περί ειδησεογραφίας και πραγματικότητας, με στόχο, φυσικά, πάντα, την «αντικειμενικότητα, την πολυφωνία και τον πλουραλισμό». Η εικόνα –και δι’ αυτής η αντίληψη– που εκπέμπει η ΕΡΤ είναι ο ασφαλέστερος τρόπος για να προσεγγίσει κανείς την κατά ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ εκδοχή του κόσμου. Θα προσπεράσουμε την κριτική που ασκήθηκε ήδη για τα πρώτα 24ωρα λειτουργίας και θα σταθούμε σε δύο στιγμές: η πρώτη, νωρίς το απόγευμα της Πέμπτης, όταν οι δύο τηλεπαρουσιαστές υποχρεώθηκαν (εκ του ύφους τους το συμπεραίνουμε) να ακούσουν τις πρώτες κριτικές δηλώσεις της Ν.Δ. και του «Ποταμιού» για το κανάλι. Η ειρωνεία και η δυσφορία στα πρόσωπά τους επιβεβαίωνε με ακαταμάχητο τρόπο τις περί «αντικειμενικότητας» προθέσεις τους. Η δεύτερη, μετά τα μεσάνυχτα της Πέμπτης. Σ’ ένα από τα πολλά αυτοσχέδια ντοκουμέντα για τη διετή «αντίσταση» εκτός Ραδιομεγάρου –ως γνωστόν οι εντός εργαζόμενοι ήταν «προδότες»– που προβάλλονταν επί ώρες, ο φακός παρακολουθεί σε γκρο πλαν μεσήλικη κυρία, εκ των απολυμένων, σε μια μακριά αφήγηση των πεπραγμένων.

Ο μοιραίος εκσυγχρονισμός του λαϊκισμού

Του Ανδρέα Πανταζόπουλου,  Books' Journal, τχ. 55, Μάιος 2015
Βασίλης Βαμβακάς, Παναγής Παναγιωτόπουλος (επιμ.), 
Η Ελλάδα στη δεκαετία του ’80. Κοινωνικό, πολιτικό και πολιτισμικό λεξικό
 Επίκεντρο, Θεσσαλονίκη 2014, 730 σελ.
Γιατί αυτό που ζούμε σήμερα δεν είναι ακριβώς ο «πραγματιστικός λαϊκισμός» της δεκαετίας του 1980, αλλά είναι το απόγειο και η μοιραία συνέπεια μιας μεγάλης αγάπης, της αγάπης του «λαού»;       
«Ο λαός δεν αγαπήθηκε όπως του άξιζε».
                                              Léon Lemonnier, 1931
Είτε επιτηδευμένα είτε ανεπιτήδευτα απορητικό, είναι γόνιμα προκλητικό, αλλά που θα μπορούσε να αποδειχθεί και μοιραία παγιδευτικό, το ερώτημα «μήπως ζούμε στη δεκαετία του 1980;» Είναι, κατ’ αρχάς, προκλητικά γόνιμο, γιατί μας ορίζει εξ αρχής ένα πολύ συγκεκριμένο πεδίο δοκιμασίας των ερμηνευτικών μας κατηγοριών, υποχρεώνοντάς μας στη μεγαλύτερη δυνατή σαφήνεια, τόσο ως προς τις υποθέσεις μας όσο και ως προς τις απαντήσεις μας. Αλλά είναι και ερώτημα-παγίδα, διότι μία «δημοψηφισματικού», συνοπτικού τύπου απάντησή του, ακόμα και αν προσπαθήσει να μην είναι αφελής, μπορεί να αυτo-υπονομεύσει την αξιοπιστία της. Βέβαια, στην περίπτωση που εδώ μας απασχολεί, το ερώτημα αυτό το υποτείνει η συλλογική πρωτοποριακή συμβολή του Λεξικού της δεκαετίας του ’80, άρα, η αρχική μας δέσμευση αναδιπλασιάζεται. Ένα Λεξικό που, υπό την εμπνευσμένη επιμέλεια των Βασίλη Βαμβακά και Παναγή Παναγιωτόπουλου, δεν ακτινογραφεί «απλώς» τα καθέκαστα, αλλά παρακολουθεί, τέμνει και αναδεικνύει διαδικασίες, συλλογικούς φορείς και πρόσωπα αυτού που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε άγονη άνοιξη, μiα πολιτικο-πολιτισμική χρονικότητα εντός της οποίας «τα άνθη του κακού» άνοιξαν αλλά δεν πολλαπλασιάσθηκαν.

Σάββατο 13 Ιουνίου 2015

Η κυβέρνηση δίνει μάχη (II) Κατά των φτωχών, κατά των ανέργων και κατά των νέων

 Του Μάνου Ματσαγγάνη Athens Voice
Μέρος Β. Ποιον ωφελεί η ακύρωση των «αντιασφαλιστικών μνημονιακών νόμων»;
Γράφαμε στο προηγούμενο άρθρο («Ποιον ωφελούν οι πρόωρες συντάξεις») ότι τα μέτρα των δανειστών για το ασφαλιστικό υπερτερούν σε σύγκριση με αυτά που προτείνει η ελληνική κυβέρνηση. Επειδή κοστίζουν λιγότερο και επειδή είναι πιο δίκαια. Δηλαδή επιβαρύνουν λιγότερο το κράτος και τις επιχειρήσεις (που εάν δεν κάνουν προσλήψεις θα μείνουμε για πάντα με 1,5 εκατομμύριο ανέργους), δεν γονατίζουν τη γενιά των παιδιών μας (που θα κληθούν να πληρώσουν το λογαριασμό) και επιπλέον απελευθερώνουν πόρους για την αντιμετώπιση πολύ πιεστικότερων κοινωνικών αναγκών. Όπως δείχνουν τα επίσημα στοιχεία, η συνολική δαπάνη για τις πολύ πρόωρες συντάξεις (γήρατος, αναπηρίας και χηρείας στις ηλικίες κάτω των 55) φτάνει τα 125 εκατομμύρια ευρώ το μήνα. Συγκριτικά, το ποσό που αποφάσισε να διαθέσει η σούπερ κοινωνικά ευαίσθητη κυβέρνησή μας για να αντιμετωπίσει την ανθρωπιστική κρίση που μαστίζει τη χώρα δεν ξεπερνά τα 8 εκατομμύρια ευρώ και κάτι ψιλά (200 εκατομμύρια στη διετία 2015-2016). Ως γνωστόν, οι προτεραιότητες μιας κυβέρνησης αποτυπώνονται στο πώς κατανέμει τους κρατικούς πόρους: εκεί κρίνονται όλοι, όχι στη ρητορεία. Όμως δεν είναι μόνο οι πρόωρες συντάξεις. Το ίδιο ισχύει και για τις άλλες κόκκινες γραμμές της κυβέρνησης στο ασφαλιστικό. Και εκεί τα μέτρα των δανειστών εξυπηρετούν καλύτερα τα συμφέροντα των φτωχών, των ανέργων και των νέων. Στο σημερινό άρθρο θα ασχοληθούμε με το θέμα της ακύρωσης των «μνημονιακών νόμων», όπως (μας) απειλεί η κυβέρνηση. Ο Νόμος 3863 που ψηφίστηκε κόντρα σε ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ τον Ιούλιο του 2010 ήταν η πρώτη αξιόλογη παρέμβαση στο ασφαλιστικό από τις αρχές της δεκαετίας του 1990. Ο νόμος όντως προέβλεπε χαμηλότερες συντάξεις και υψηλότερη ηλικία συνταξιοδότησης για όλους. Ειδικά για ορισμένες ευνοημένες ομάδες που στο παρελθόν εισέπρατταν παροχές δυσανάλογες των εισφορών τους. Όμως, παρά τις κραυγές και τις ανοησίες που ακούστηκαν τότε, και που εξακολουθούν να λέγονται σήμερα, η δομή του νέου συστήματος (που επρόκειτο να εφαρμοστεί από φέτος) ακολουθούσε σκανδιναβικά πρότυπα.

Ο ΣΥΡΙΖΑ που ξέρατε τελειώνει εδώ!

 
Του Αθανάσιου Χ. Παπανδρόπουλου, http://www.euro2day.gr
Απειρία, ιδεολογία, λαϊκισμός και εξουσιομανία είναι τα κύρια χαρακτηριστικά του κυβερνητικού σχήματος. Το θλιβερό και καταστροφικό για τη χώρα παιχνίδι των ψευδαισθήσεων φθάνει στο τέλος του. Είναι η ώρα των αποφάσεων. Με απόφαση τεσσάρων Ελλήνων στους δέκα η χώρα, ελέω ενός απίθανου και αντιδημοκρατικού εκλογικού συστήματος, έχει σήμερα μία κυβέρνηση άπειρων, απαίδευτων και ιδεολογικά καθυστερημένων καιροσκόπων της πολιτικής, οι οποίοι καλούνται να διαχειριστούν το μέλλον πολλών γενεών Ελλήνων. Καλούνται δε να ανταποκριθούν στις προκλήσεις ενός κόσμου που αλλάζει γρήγορα και βαθιά, χωρίς οι ίδιοι να πολυκαταλαβαίνουν τι ακριβώς συμβαίνει, πώς και γιατί. Επικεφαλής της κυβέρνησης αυτής είναι ένας εξ επαγγέλματος καταληψίας, που αγνοώντας πλήρως την ήδη υπάρχουσα ιστορία και τους κανόνες, θέλει να γράψει την δική του, ερήμην της πραγματικότητας. Και επειδή τα γεγονότα είναι πεισματάρικα, θα πρέπει να θεωρείται βέβαιον ότι στην προσπάθειά του αυτή θα συντριβεί –όχι, όμως, χωρίς να οδηγήσει στον βυθό της ανυπαρξίας έναν ιστορικό λαό, μία χώρα που έχει γράψει Ιστορία και μία πολιτιστική παράδοση με παγκόσμια ακτινοβολία. Στη μέχρι σήμερα λαϊκιστική πορεία του στην ελληνική πολιτική σκηνή, ο σημερινός πρωθυπουργός –τον οποίο έφεραν στο προσκήνιο η ατυχής συγκυρία και τα τραγικά λάθη των πολιτικών του αντιπάλων–, αφού κατάφερε να περιθωριοποιήσει και τελικώς να απομακρύνει την εκσυγχρονιστική και φιλοευρωπαϊκή αριστερά από τον ΣΥΡΙΖΑ, στηρίχθηκε στις περίφημες συνιστώσες για να εφαρμόσει μία ακραία, λενινιστικής εμπνεύσεως, δημαγωγική πολιτική, ικανή να φέρει κοντά του το ΠΑΣΟΚ του κρατισμού και της λεηλασίας.

Παρασκευή 12 Ιουνίου 2015

Και οι γερμανοτσολιάδες;

 Του Γιάννη Παντελάκη, www.protagon.gr
Στα χρόνια της οικονομικής κρίσης, αναδείχθηκε και μια ακόμα κρίση που τη λες και πολιτισμική. Αφορούσε τη συμπεριφορά ενός τμήματος της κοινωνίας. Ένα κομμάτι το οποίο εύχομαι -αλλά δεν είμαι σίγουρος- πως είναι σχετικά μικρό. Ένα κομμάτι που έβγαλε τον χειρότερό του εαυτό. Απογυμνωνένο από την πλαστή ευημερία στην οποία είχε εθιστεί για αρκετά χρόνια, αντιμετώπισε την κρίση σαν κάτι αποκλειστικά εισαγόμενο, αναζήτησε τις αιτίες της σε εξωτερικούς εχθρούς, ερμήνευσε τις πολιτικές συμπεριφορές με ορολογία εμφυλίου και έμαθε να μιλά με όρους άσπρου-μαύρου. Χαρακτηρισμοί όπως «γερμανοτσολιάδες», «νενέκοι», «εθνοπροδότες», μπήκαν στο καθημερινό λεξιλόγιο ως εργαλεία ερμηνείας όσων συνέβαιναν. Και η αλήθεια είναι πως αυτό είναι κάτι ιδιαίτερα εύκολο και ανέξοδο. Δεν έχεις λόγους να αναζητείς περισσότερα από μερικούς επιθετικούς ακραίους προσδιορισμούς για να εξηγήσεις γιατί σου κόπηκε η σύνταξη, έχασες τη δουλειά σου, βρέθηκες με πολλά δάνεια στην πλάτη. Οι ερμηνείες αυτού του είδους δεν είχαν πολιτικά χαρακτηριστικά, με την ορθολογική έννοια του όρου τουλάχιστον. Τις συναντούσες σε ψηφοφόρους σχεδόν όλων των παρατάξεων, αλλά επειδή στα χρόνια που πέρασαν κυβερνούσαν το ΠΑΣΟΚ και η Ν.Δ., οι εύκολες ερμηνείες έβρισκαν πρόσφορο εδαφος τους πολιτικούς τους αντιπάλους. Δυστυχώς και σ' ένα σεβαστό κομμάτι πολιτών που αυτοπροσδιορίζονταν ως αριστεροί.

Επιστολή σε νέο αριστερό περί αξιοπρεπείας

 Του Διονύση Γουσέτη, Καθημερινή
Αγαπητέ σύντροφε, θα θυμάσαι ότι από την πρώτη στιγμή της εκλογικής νίκης, ο σ. πρωθυπουργός μας υποσχέθηκε «αποκατάσταση της αξιοπρέπειας του λαού μας». Υστερα από τέσσερις μήνες διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, αναρωτιέμαι αν πραγματικά νιώθεις πως η αξιοπρέπειά σου αποκαταστάθηκε. Δεν θα σταθώ σε ευτράπελα παραδείγματα της κεντρικής σκηνής, όπως του αναπληρωτή ΥΠΕΞ σ. Χουντή, που μας πληροφόρησε ότι ο πρόεδρος της Κομισιόν κ. Γιουνκέρ δεν είναι… φιλέλληνας (!). Θα περιοριστώ σε πιο μικρά. Εξ άλλου, από τα μικρά, τις λεπτομέρειες, μπορεί ίσως κανείς να βγάλει καλύτερα συμπεράσματα για τα μεγάλα. Αίφνης, η γελοία σκηνή όπου ο πρωθυπουργός εμφανίζεται στην τηλεόραση να παίζει στα δάχτυλά του ένα πολυτελές στιλό Montblanc και στο επόμενο πλάνο αυτό να έχει αντικατασταθεί με στιλό Bic επί το προλεταριακότερον, δεν δείχνει μόνο την υποκρισία του «υπηρέτη της εργατικής τάξης». Δείχνει και την ανωριμότητα και την ανασφάλεια του ανθρώπου που ντρέπεται να είναι ο εαυτός του. Παρόμοιας γελοιότητας ήταν η «σοσιαλιστική» υποδοχή λειψάνων αγίων με τιμές αρχηγού κράτους, καθώς και η διαβεβαίωση του βουλευτή γιατρού σ. Μιχελογιαννάκη ότι έχει διαπιστώσει επαγγελματικά (δηλαδή επιστημονικά!) τη θαυματουργή δράση τους. Παρόμοια γελοίο θέαμα ήταν το κιτς της σ. Ρένας Δούρου σε συνεργασία με τον ψεκασμένο υπουργό Αμυνας να παίζουν οι μπάντες των ενόπλων δυνάμεων δημοτικά τραγούδια μετά την παρέλαση της 25ης Μαρτίου «για να χορέψει ο κόσμος».

Πέμπτη 11 Ιουνίου 2015

Η κυβέρνηση δίνει μάχη. Κατά των φτωχών, κατά των ανέργων και κατά των νέων

Του Μάνου Ματσαγγάνη, Athens Voice
Μέρος Α. Ποιον ωφελούν οι πρόωρες συντάξεις;
Μία πανικόβλητη κυβέρνηση, μετέωρη ανάμεσα στο Κούγκι και στον έντιμο συμβιβασμό, απρόθυμη –προς το παρόν– να αναλάβει την ιστορική ευθύνη της εθνικής καταστροφής, θερίζει τις θύελλες της προεκλογικής της δημαγωγίας και αναζητά επειγόντως το πρόσχημα που θα της επιτρέψει να φέρει κάποια συμφωνία στη Βουλή. (Ή, αναλόγως, να ανάψει με καθαρή τη συνείδηση το φυτίλι της μπαρουταποθήκης, καταγγέλλοντας τους ανάλγητους ξένους που μας πίνουν το αίμα με το μπουρί της σόμπας). Αυτή είναι η ουσία των τελευταίων εξελίξεων. Και ποιο μπορεί να είναι αυτό το πρόσχημα; Οι συντάξεις, φυσικά. Μπορεί να δεχτεί ο ελληνικός λαός (και ο επί γης εκπρόσωπός του, η συγκυβέρνηση Τσίπρα-Καμμένου) τις παράλογες απαιτήσεις των δανειστών για νέες περικοπές, εν μέσω ανθρωπιστικής κρίσης; Είναι δυνατόν ο υπουργός Οικονομικών να ζητήσει από τη Βουλή των Ελλήνων να ψηφίσει περικοπές 40% σε συντάξεις των 350 ευρώ (όπως είπε στην πρόσφατη ομιλία του στο Βερολίνο); Τολμά η αντιπολίτευση, όπως είπε ρίχνοντας το γάντι ο Πρωθυπουργός την περασμένη εβδομάδα, να υποστηρίξει τέτοιες προτάσεις; Όχι βέβαια. Για αυτό η κυβέρνηση δεν πρόκειται να κάνει πίσω. Και για αυτό κανείς εθνικόφρων Έλλην δεν μπορεί παρά να σταθεί δίπλα της. Από εκεί και πέρα εάν οι δανειστές υποχωρήσουν, έχει καλώς. Εάν όχι, αποθανέτω η ψυχή μας μετά των αλλοφύλων (ή και άνευ).

Οι Έλληνες επέλεξαν τη φτώχια, γενηθήτω το θέλημά τους

 Του Francesco Giavazz,  Financial Times, http://metarithmisi.gr
Πέντε χρόνια τώρα, η Ελλάδα έχει απασχολήσει την Ευρώπη περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο θέμα. Αντί οι Ευρωπαίοι ηγέτες να εστιάζουν την προσοχή τους σε θέματα όπως η ανεργία, το μεταναστευτικό, ή οι προκλήσεις της Ρωσίας του Πούτιν, στο επίκεντρο του ενδιαφέροντός τους βρίσκεται μια χώρα που αντιπροσωπεύει το 1,8% του προϊόντος της Ευρωζώνης. Ενδιαφέρον θα είχε να μπορούσαμε να υπολογίσουμε πόσες εργατοώρες έχει δαπανήσει για την Αθήνα η Άνγκελα Μέρκελ, τα τελευταία χρόνια. Φανταστείτε ο Μπάρακ Ομπάμα να λάμβανε μέρος σε συζητήσεις υψηλού επιπέδου επί σειρά μηνών, όπου το μοναδικό σχεδόν θέμα συζήτησης στην ημερήσια διάταξη να είναι η πολιτεία του Τενεσί. Διότι, αν το καλοσκεφτούμε, αυτό ακριβώς κάνουν οι Ευρωπαίοι ηγέτες. Σ’ αυτά τα πέντε χρόνια ο κόσμος μας άλλαξε. Ριζικές αλλαγές επιτελούνται στην Κίνα και την Ινδία. Οι τζιχαντιστές του Ισλαμικού Κράτους του Ιράκ και του Λεβάντε (ISIS) αποτελούν μια καινούργια και σοβαρή απειλή για τη Δύση, το ίδιο και ο ρεβανσισμός του κύριου Πούτιν. Οι Ευρωπαίοι ηγέτες, όμως, αντί να αφιερώνουν τις συνόδους κορυφής στην υπεράσπιση των οικονομικών και στρατιωτικών συμφερόντων της ηπείρου, αναζητούν αγωνιωδώς λύσεις για την Ελλάδα. Πέντε χρόνια διαπραγματεύσεων που δεν έχουν πετύχει σχεδόν τίποτε (οι λίγες μεταρρυθμίσεις που έγιναν, όπως μια μικρή μείωση στον υπερβολικό αριθμό των εργαζομένων στον δημόσιο τομέα, έχουν ήδη ακυρωθεί από την συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ). Είναι πλέον προφανές ότι οι Έλληνες δεν έχουν την παραμικρή διάθεση να εκσυγχρονίσουν την κοινωνία τους και δε δείχνουν να ανησυχούν καθόλου για την κατεστραμμένη από τον παρεμβατισμό οικονομία τους.

Τετάρτη 10 Ιουνίου 2015

Αριστερός και δεξιός λαϊκισμός σε Ευρώπη και Ελλάδα*

 Του Cas Mudde, http://booksjournal.gr/, τχ, 55
Ήδη το 2010, πέντε ολόκληρα χρόνια πριν τον σχηματισμό της λαϊκιστικής κυβέρνησης συνασπισμού στην Ελλάδα, ο τότε Πρόεδρος της ΕΕ Χέρμαν φαν Ρομπέι αποκάλεσε τον λαϊκισμό «τον μεγαλύτερο κίνδυνο για την Ευρώπη» (Frankfurter Allgemeine Zeitung, 9 Απριλίου 2010). Από τότε, πολλές φωνές που εκφράζουν το κατεστημένο έκαναν το ίδιο, από τη Γερμανίδα καγκελάριο Άγκελα Μέρκελ μέχρι τους αρχισυντάκτες της New York Times. Όλες οι προειδοποιήσεις έχουν τα εξής κοινά χαρακτηριστικά: (1) προέρχονται από ανθρώπους που βρίσκονται στην εξουσία, (2) είναι ασαφείς αναφορικά με την έννοια του λαϊκισμού, και (3) ισχυρίζονται ότι ο λαϊκισμός είναι (πανταχού) παρών στην ευρωπαϊκή πολιτική σκηνή.
Σε αυτό το άρθρο θα αξιολογήσω την άνοδο του λαϊκισμού με βάση έναν σαφή ορισμό του. Ιστορικά ο λαϊκισμός αποτελεί ένα περιθωριακό πολιτικό φαινόμενο στην Ευρώπη, αντίθετα με την Αμερική (Βόρεια και Νότια). Τα τελευταία χρόνια, τα λαϊκιστικά κόμματα της Αριστεράς και της Δεξιάς έχουν πετύχει θετικά εκλογικά αποτελέσματα σε ολόκληρη την Ευρώπη, παρόλο που οι επιδράσεις τους στην ευρωπαϊκή πολιτική σκηνή παραμένουν μέχρι στιγμής αρκετά περιορισμένες. Ωστόσο, αυτό δεν ισχύει και στην Ελλάδα, η οποία αποτελεί τόσο ιστορική όσο και σύγχρονη εξαίρεση στον γενικό κανόνα στην Ευρώπη.
Τι (δεν) είναι ο λαϊκισμός
Ο λαϊκισμός είναι μια πολυχρησιμοποιημένη λέξη στα μέσα ενημέρωσης παγκοσμίως. Ποτέ ένας πολιτικός δεν χαρακτηρίζεται λαϊκιστής. Στην πραγματικότητα, θα ήταν καλύτερο να πούμε ότι κατηγορείται ότι είναι λαϊκιστής, καθώς οι περισσότεροι χρησιμοποιούν τον λαϊκισμό ως πολεμική κραυγή (Kampfbegriff) για να δυσφημήσουν έναν πολιτικό αντίπαλο. Ελάχιστοι πολιτικοί αυτοχαρακτηρίζονται ως λαϊκιστές. Εκείνοι που το κάνουν συνήθως πρώτα επαναπροσδιορίζουν τον όρο με έναν τρόπο που συνάδει περισσότερο με τη λαϊκή χρήση της δημοκρατίας παρά με τον λαϊκισμό.

Ο ελέφαντας στο δωμάτιο

 Του Αριστείδη Χατζή, www.protagon.gr
Όταν στις 25 Ιανουαρίου ο ΣΥΡΙΖΑ κέρδισε τις εκλογές πολλοί, μέσα και έξω από την Ελλάδα, ανησύχησαν ενώ άλλοι ενθουσιάστηκαν. Ένα αριστερό ριζοσπαστικό κόμμα κερδίζει την εξουσία μέσα στη «νεοφιλελεύθερη» Ευρωζώνη! Επικίνδυνο ή ελπιδοφόρο – ανάλογα με το πώς βλέπει κανείς τα πράγματα. Εγώ πάλι τα βλέπω λίγο διαφορετικά: η Ελλάδα έχει επιτέλους μια κυβέρνηση που της αξίζει, μια κυβέρνηση που θέλει να προστατεύσει τον ελληνικό κρατισμό και καμαρώνει γι’ αυτό. Η Ελλάδα, βλέπετε, ήταν και παραμένει μια χώρα χωρίς πραγματικά ελεύθερη αγορά. Για την ακρίβεια είναι η χώρα που όλες οι σχετικές κατατάξεις την τοποθετούν στην τελευταία θέση της Ευρωπαϊκής Ένωσης – και σε μια από τις τελευταίες στην Ευρώπη [Index of Economic Freedom (2015) 130η στις 178 χώρες, Economic Freedom of the World (2014): 84η στις 152 χώρες, Global Competitiveness Report (2014-5): 81η στις 144, ICC Open Markets Index: 48η στις 75 χώρες]. Τοποθετείται μάλιστα κοντά σε εκείνες τις χώρες που το μοντέλο της οικονομικής οργάνωσής τους είναι ο παρεοκρατικός καπιταλισμός (crony capitalism), δηλαδή μία αναβίωση του κορπορατιστικού μοντέλου με λίγο μεγαλύτερη δόση διαφθοράς. Ρωσία, Λευκορωσία, Ουκρανία, Μολδαβία και Ελλάδα. Αυτή είναι η γειτονιά μας. Θα μου πείτε, «μα εγώ έχω ακούσει ότι η Ελλάδα είναι ο παράδεισος του νεοφιλελευθερισμού». Εάν ο νεοφιλελευθερισμός ταυτίζεται με τις κλειστές αγορές, τότε, ναι, η Ελλάδα είναι νεοφιλελεύθερη. Βέβαια, συνήθως, όσοι χρησιμοποιούν το σκιάχτρο του «νεοφιλελευθερισμού» (μια έννοια επιστημονικά προβληματική έτσι κι αλλιώς) προσπαθούν ουσιαστικά να σας αποπροσανατολίσουν. Το ξεχείλωμα της έννοιας είναι φανερό ιδίως όταν χρησιμοποιείται για την περίπτωση της Ελλάδας, δηλαδή μιας χώρας χωρίς ελεύθερη αγορά.

Τρίτη 9 Ιουνίου 2015

Επικριτές της δημοκρατίας

 Επιμέλεια Θανάσης Γιαλκέτσης, Εφημερίδα των Συντακτών
Η Ιταλίδα Νάντια Ουρμπινάτι είναι καθηγήτρια Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια της Νέας Υόρκης. Η ακόλουθη συνέντευξή της δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Una Città.
• Εσείς προειδοποιείτε για τους κινδύνους που συνεπάγεται η διάδοση μιας ελιτίστικης αντίληψης της δημοκρατίας. Μπορείτε να μας το εξηγήσετε;
Η δημοκρατία, όπως γνωρίζουμε, είναι τόσο ένα σύστημα κανόνων, διαδικασιών και θεσμών όσο και ένας τρόπος να κάνουμε πολιτική, να δρούμε στη δημόσια σφαίρα μέσω γνωμών, κινημάτων, προτάσεων, κριτικών κ.λπ. Είναι δύο διαφορετικές μορφές δράσης που αποβλέπουν σε έναν σκοπό: να παίρνουμε αποφάσεις (να νομοθετούμε) με την υποστήριξη της αριθμητικής πλειοψηφίας, στο πλαίσιο όμως μιας πολιτικής διαδικασίας στην οποία συμμετέχουν όλοι.
Ωστόσο σήμερα, ενώ από τη μια μεριά η κανονιστική και διαδικαστική πλευρά της δημοκρατίας γίνεται όλο και περισσότερο αντικείμενο κριτικής και σκεπτικισμού (ας σκεφτούμε την κριτική στα κοινοβούλια και στην αντιπροσώπευση) εξαιτίας της στρεβλής χρήσης που τους έγινε από μέρους εκείνων που παίζουν πολιτικούς ρόλους, από την άλλη μεριά η δημοκρατία γίνεται αντικείμενο σύγκρουσης και αντιπαράθεσης σαν να ήταν μια ιδεολογία και επομένως να μπορούσε να υποβληθεί σε κριτική από άλλες ιδεολογίες και να μπορούσε να μετασχηματιστεί σε κάτι άλλο.
Αν η δημοκρατία γίνεται ιδεολογία, τότε είναι αναμενόμενο να έχει ένα ιδεολογικό alter ego που λειτουργεί ως αντίστιξη κι αυτό το alter ego της δημοκρατίας είναι ανέκαθεν μια πολιτική που ασκείται από τους λίγους και όχι από τους πολλούς.
http://www.metarithmisi.gr/imgAds/epikentro_1.gif

Αναγνώστες