Τετάρτη, 21 Αυγούστου 2013

Διδάγματα από μια χρεοκοπία

Του Θανάση Γιαλκέτση, Εφημερίδα των Συντακτών
ΤΑΣΟΣ ΓΙΑΝΝΙΤΣΗΣ «Η Ελλάδα στην κρίση» «Πόλις», 2013, σελ. 275
Μπορούμε να αντλήσουμε κάποιο μάθημα από την κρίση και τη χρεοκοπία της χώρας; Μπορούμε να μάθουμε τι κάναμε λάθος και τι πρέπει να διορθώσουμε ή να μην επαναλάβουμε; Μπορούμε να κατανοήσουμε σε βάθος το πώς και το γιατί φτάσαμε ώς το χείλος της αβύσσου; Και ποια πορεία πρέπει να χαράξουμε στο εξής, προκειμένου να μην οδηγηθούμε ξανά σε μια νέα εθνική αποτυχία; Με το βιβλίο του ο Τάσος Γιαννίτσης προσπαθεί να δώσει τεκμηριωμένες απαντήσεις σ” αυτά τα κρίσιμα ερωτήματα. Και η συμβολή του είναι ιδιαίτερα πολύτιμη, καθώς ο συγγραφέας συνδυάζει στο πρόσωπό του τις ειδικές γνώσεις του οικονομολόγου με την εμπειρία του πολιτικού και την κριτική εγρήγορση κι ευαισθησία του προοδευτικού διανοούμενου. Αμφισβητώντας τις επιφανειακές, αποσπασματικές και υπεραπλουστευτικές ερμηνείες της κρίσης, ο Γιαννίτσης αναζητάει τα βαθύτερα δομικά, διαρθρωτικά και συστημικά αίτια που προκάλεσαν την κατάρρευση του μεταπολιτευτικού αναπτυξιακού μοντέλου. Χωρίς να παραγνωρίζει τον διεθνή χαρακτήρα της κρίσης, ερευνά κυρίως τις ενδογενείς διαδικασίες, τις εθνικές επιλογές και συμπεριφορές που έφεραν τη χώρα στο σημερινό αδιέξοδο. Η έρευνά του δεν αναφέρεται μόνο στην εξέλιξη των βασικών οικονομικών μεγεθών.
Φωτίζει παράλληλα τον ρόλο του κράτους και του πολιτικού συστήματος, καθώς και την επίδραση που άσκησαν συμφέροντα, αξίες, ιδεολογίες, πρακτικές και αντιλήψεις που διαπότιζαν μεγάλους τομείς της κοινωνίας. Η οικονομική χρεοκοπία επισφραγίζει την αποτυχία του κράτους και της πολιτικής να λειτουργήσουν αποτελεσματικά υπέρ του συλλογικού συμφέροντος. Η χώρα έγινε τόσο ευάλωτη στην κρίση, επειδή η ανάπτυξη και η ευημερία της μεταπολιτευτικής περιόδου δεν στηρίζονταν σε ισχυρές παραγωγικές επιδόσεις, στις επενδύσεις, τις εξαγωγές, την ανταγωνιστική ικανότητα, αλλά σε πολιτικές που συνεπάγονταν υψηλό δημόσιο και ιδιωτικό δανεισμό και μεγάλα δημοσιονομικά ελλείμματα.

Με άλλα λόγια, οι κυβερνήσεις ασκούσαν επεκτατικές πολιτικές που χρηματοδοτούνταν με δανεισμό από το εξωτερικό. Ταυτόχρονα, ανέχονταν την εκτεταμένη φοροδιαφυγή και εισφοροδιαφυγή των ανώτερων κοινωνικών τάξεων, της παραοικονομίας, των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, των ελεύθερων επαγγελματιών και άλλων κοινωνικών ομάδων. Τα κόμματα εξουσίας έκαναν μαζικούς διορισμούς των οπαδών τους στον δημόσιο τομέα. Ακόμα και η κοινωνική πολιτική, αντί να υπηρετεί τον στόχο της δικαιοσύνης, κατέτεινε στη δημιουργία δικτύων πολιτικής υποστήριξης. Η στρέβλωση επεκτεινόταν και στο ιδεολογικό πεδίο, αφού το προοδευτικό, το φιλολαϊκό ή το αριστερό κατέληγε να ταυτίζεται με ακόμη μεγαλύτερα δάνεια και χρέη, επομένως και με μεγαλύτερη εξάρτηση από τις παγκοσμιοποιημένες χρηματοπιστωτικές αγορές. Αυτό το «αναπτυξιακό» πρότυπο υποθήκευε το μέλλον των επόμενων γενεών και δεν ήταν μακροπρόθεσμα βιώσιμο. Γεννούσε όμως βραχυπρόθεσμα πολιτικά και κομματικά οφέλη για τους μηχανισμούς εξουσίας και για τα –μεγάλα, μεσαία ή και μικρά– ιδιωτικά συμφέροντα που νέμονταν τον δημόσιο πλούτο. Με άλλα λόγια, ο τρόπος άσκησης της πολιτικής και η συνολική λειτουργία του συστήματος υποσκέλιζαν ή παραγνώριζαν το κοινό καλό και το δημόσιο συμφέρον, προκειμένου να υπηρετήσουν το κομματικό συμφέρον ή τα συμφέροντα ειδικών κοινωνικών κατηγοριών.

Ο δημοσιονομικός εκτροχιασμός θα μπορούσε να αποτραπεί και τα ελλείμματα θα μπορούσαν να μηδενιστούν μόνο με σύλληψη της φοροδιαφυγής του πλούτου ή με περιορισμό των δαπανών. Αυτές οι επιλογές, όμως, προσέκρουαν στα συμφέροντα του πολιτικού συστήματος και έπλητταν ευθέως τις εδραιωμένες ανισότητες και ανισορροπίες στην κατανομή της οικονομικής και κοινωνικής ισχύος. Ακόμη και σήμερα, που η χώρα βρίσκεται ουσιαστικά σε πτώχευση, οι πολιτικές που χρειάζεται για την έξοδο από την κρίση και για τη δικαιότερη κατανομή του αναπόφευκτου κοινωνικού κόστους συναντούν την αντίσταση ενός συστήματος εξουσίας, που έχει μάθει να προτάσσει το βραχυπρόθεσμο πολιτικό του συμφέρον.

Παρεμβαίνοντας στην ιδεολογική συζήτηση για την αντιμετώπιση της κρίσης, ο Γιαννίτσης υποστηρίζει ότι η απάντηση στην καταστροφική αποτυχία του νεοφιλελευθερισμού δεν είναι μια απλή επιστροφή στον κεϊνσιανισμό. Οταν το πρόβλημα που αντιμετωπίζουμε δεν είναι βραχυπρόθεσμο, αλλά διαρθρωτικό, τότε δεν αρκεί η αντικυκλική πολιτική ή η διαχείριση της συνολικής ζήτησης. Και η απάντηση δεν εξαντλείται στο δίλημμα: επεκτατική ή περιοριστική πολιτική. Επεκτείνεται στην ανάγκη διαρθρωτικών αλλαγών. Η ανάπτυξη, επομένως, δεν θα έρθει απλώς επειδή θα «πέσει χρήμα» στην αγορά, όπως πιστεύουν πολλοί. Το ζητούμενο, υπογραμμίζει ο Γιαννίτσης, είναι να μειώσουμε τις πολύ σοβαρές διαρθρωτικές αδυναμίες του ελληνικού παραγωγικού συστήματος και να εργαστούμε μεθοδικά για έναν ευρύτερο ποιοτικό μετασχηματισμό του. Για να ξεφύγουμε από την «παγίδα του μισθολογικού κόστους», στην οποία είμαστε σήμερα πιασμένοι, χρειάζεται να ενισχύσουμε την παραγωγή προϊόντων και υπηρεσιών που ενσωματώνουν υψηλή τεχνολογία και γνώσεις. Χρειαζόμαστε, βέβαια, και ένα ισχυρό και αποτελεσματικό κράτος ως στρατηγικό εργαλείο πολιτικής και ένα νέο μοντέλο διακυβέρνησης, που θα έρχεται σε ρήξη με όσα προηγήθηκαν.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget

Αναγνώστες