Του Νίκου Αλεβιζάτου, Καθημερινή
Από συνταγματική σκοπιά, η πρωτοβουλία
της κυβέρνησης να οργανώσει το δημοψήφισμα της προσεχούς Κυριακής θέτει σοβαρά
ζητήματα νομιμότητας: Εν πρώτοις, δεν είναι σαφές σε ποιο κείμενο ο ελληνικός λαός καλείται να απαντήσει
με ένα «ναι» ή με ένα «όχι». Αν, όπως διατείνεται η κυβέρνηση, πρόκειται για τη
χρονολογικά τελευταία πρόταση των θεσμών, αυτό δεν είναι επίσημο και πάντως δεν
είναι οριστικό κείμενο. Αν αύριο ο κ. Γιουνκέρ το αποσύρει ή το τροποποιήσει,
τότε το δημοψήφισμα θα καταστεί άνευ αντικειμένου. Εκτός αν η κυβέρνηση θεωρεί
ότι θα τεθεί υπό την κρίση του λαού οποιαδήποτε πρόταση υποβάλουν οι θεσμοί,
ακόμη και η πιο συμφέρουσα. Κάτι τέτοιο, όμως, θα ήταν εξαιρετικά ανεύθυνο εκ
μέρους της. Δεύτερον, παρότι το δημοψήφισμα θα διεξαχθεί για «κρίσιμο εθνικό θέμα» -και,
συνεπώς, μπορεί κατ’ αρχήν να αφορά κάθε ζήτημα μείζονος σημασίας για το έθνος-
στη συγκεκριμένη περίπτωση θα είναι κατά 80%-90% δημοσιονομικού ενδιαφέροντος.
Οπως δημοσιονομικού ενδιαφέροντος ήταν και η πρόταση των 7,9 δισ. ευρώ του κ.
Τσίπρα προς τους δανειστές. Aυτό όμως το Σύνταγμα το απαγορεύει ρητά για το
άλλο είδος δημοψηφίσματος που το ίδιο προβλέπει, δηλαδή την έγκριση ή απόρριψη
ψηφισμένων δημοσιονομικών νομοσχεδίων. Ερωτάται όμως: μήπως βαπτίζοντας κρίσιμο
εθνικό θέμα ένα κατ’ εξοχήν δημοσιονομικό ζήτημα, η κυβέρνηση καταστρατηγεί τη
συνταγματική απαγόρευση; Εν προκειμένω, το μόνο έντιμο -και, κατ’ επέκταση, το
μόνο συνταγματικά θεμιτό- ερώτημα θα ήταν «ευρώ ή δραχμή». Η κυβέρνηση όμως δεν
τολμά να το θέσει.











