Στη δικιά μας δουλειά,
αλλά και σε πολλές ακόμα, δύο είναι οι «καλές» σεζόν, αυτές που βγάζουν
ολόκληρη τη χρονιά. Πριν τις γιορτές των Χριστουγέννων και πριν τις
καλοκαιρινές διακοπές. Τον Νοέμβριο, πριν τις γιορτές, ένας εμπρησμός
έκαψε τα γραφεία μας. Πάει το 2014. Και τον Ιούνιο με την αναγγελία του
δημοψηφίσματος, η αγορά πάγωσε, έκλεισαν οι τράπεζες, ακολούθησαν τα
κάπιταλ κοντρόλ, η οικονομία διαλύθηκε. Πάει και το 2015. Πρόχειρος
υπολογισμός, απώλειες ισοδύναμες με ετήσιες αμοιβές 15 θέσεων εργασίας
το ένα, με 20 θέσεων εργασίας το δεύτερο. Αυτό είναι η πραγματική ζωή. Όχι τα συνθήματα. Αυτή
είναι και η ιστορία της ελληνικής οικονομίας τα τελευταία 5 χρόνια. Θα
μου πεις, δεν τους καίνε όλους, ακόμα και σ’ αυτή τη χώρα οι εμπρησμοί
είναι κάπως εξαντρίκ. Δεν είναι ακριβώς έτσι γιατί χιλιάδες επιχειρήσεις
και καταστήματα έχουν βανδαλιστεί αυτά τα χρόνια, ιδίως το 2010-2012 η
Αθήνα είχε καεί πολλές φορές. Αλλά και η καθημερινή εμπόλεμη ατμόσφαιρα
οδήγησε επιχειρήσεις στο λουκέτο. Με 700 πορείες και διαδηλώσεις το
χρόνο, όπως επισήμαιναν οι εμπορικοί σύλλογοι, δεν δουλεύει τίποτα, οι
κεντρικοί και εμπορικοί δρόμοι υπέστησαν μεγαλύτερες ζημιές στη κρίση
απ’ ό,τι οι πίσω δρόμοι και οι γειτονιές. Πράγμα παράλογο, που εξηγείται
όμως, γιατί αυτοί οι δρόμοι, το κέντρο της Αθήνας, είχε μετατραπεί σε
πεδίο μάχης. Δολιοφθορές και πολιτική αναταραχή που δυναμίτιζαν την
οικονομία, εκλογές κάθε 6 μήνες, μόνιμη προεκλογική ατμόσφαιρα.
Καταστράφηκε ο τουρισμός τα καλοκαίρια του ’10, του ’11, του ’12, κάηκε η
Αθήνα.
Το
επτάμηνο της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ απογύμνωσε το κόμμα και τα στελέχη
του. Μια ομάδα ετερόκλητων ατάκτων που ζούσαν ερήμην της
πραγματικότητας, στο όνομα ιδεοληψιών περί δήθεν κοινωνικής χειραφέτησης
από μια εκμεταλλευτική κοινωνία, πλαισιωμένη από άλλες ομάδες
συμφερόντων, από συνδικαλιστές του Δημοσίου και των ΔΕΚΟ κι από
επαγγελματίες της πολιτικής επιβίωσης, διεκδίκησε και κέρδισε, τον
προηγούμενο Ιανουάριο, με παραπλανητικό τρόπο την εξουσία. Το
έκανε απαξιώνοντας τη μεταπολίτευση και, συλλήβδην, το κοινωνικό και
πολιτικό μοντέλο πάνω στο οποίο είχε στηθεί, υπέρ ενός άλλου,
υπερβατικού μοντέλου κοινωνικής οργάνωσης, «ενός άλλου κόσμου που είναι
εφικτός». Προνομιακά, κατά βάσιν, κοινωνικά στρώματα, μεσαία τάξη που σε
μεγάλο βαθμό έζησε υπό την αιγίδα του ελληνικού Δημοσίου, συντάχθηκαν
ασμένως σε αυτό το στόχο, ο οποίος υποκινούνταν σε μεγάλο βαθμό από το
ελληνικό όνειρο της προστατευμένης μονιμότητας που δεν λογοδοτεί παρά
μόνο στον εαυτό της. Τα στρώματα αυτά, μάλιστα, πίστεψαν ότι αυτό το
μοντέλο μπορεί να είναι χρήσιμο για την Ευρώπη, την οποία φιλοδοξούσαν
να αλλάξουν – να την εγκλωβίσουν, δηλαδή, στην ελληνική δήθεν αριστερή
κουλτούρα της ραστώνης, την οποία οι έλληνες ριζοσπάστες της Αριστεράς
προτείνουν ως αντίβαρο στην όλο και εντεινόμενη ανταγωνιστικότητα του
κόσμου την εποχή της παγκοσμιοποίησης (όνειρα αντί πραγματικότητας). Για να
κερδίσουν τα κρίσιμα μεγέθη, για να πείσουν όσο το δυνατόν
περισσότερους ψηφοφόρους, οι επιτελείς και τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ είπαν
ψέματα. Κραυγαλέα ψέματα, ανάκατα με συνωμοσιολογίες και αγανάκτηση, με
οργή και μίσος.



