Του Απόσοτολου Δοξιάδη, www.protagon.gr
Παρακολούθησα τη διαδικτυακή συνέντευξη του προέδρου του ΣΥΡΙΖΑ στο κομματικό του κανάλι, όπου από χιλιάδες ερωτήσεις που έγιναν μέσω του twitter πέρασαν τους κομματικούς επιλογείς λιγότερο από 1%. Εγώ θέλω να μείνω στην αντίδραση του κ. Τσίπρα σε μια ερώτηση, την προτελευταία της συνέντευξης. Εκεί, ο κομματικός δημοσιογράφος, με ένα μικρό χαμόγελο αμηχανίας και συστολής, είπε στον κ. Τσίπρα: «Έχω εδώ και μια πολύ συμβατική ερώτηση: "Πού θα βρείτε τα λεφτά για να εφαρμόσετε το πρόγραμμά σας;"». Μικρά συννεφάκια εκνευρισμού ρυτίδωσαν το μέτωπο του προέδρου, και μετά έδωσε μια απάντηση που με άφησε με το στόμα ανοιχτό, τόσο που δυσκολευόμουν να πιστέψω ότι πραγματικά την άκουσα. (Ομολογώ ότι πριν την αναπαράγω εδώ τηλεφώνησα σε έναν φίλο που είδε τη συνέντευξη, για να βεβαιωθώ ότι δεν ήταν παραίσθησή μου.) Ο κ. Τσίπρας απάντησε στην ερώτηση περί του «πού θα βρει τα λεφτά» ως εξής: «Επειδή αυτή η συνέντευξη θέλω να είναι πραγματικά μη-συμβατική, αυτή την ερώτηση δε θα την απαντήσω.». Κι έτσι, εν ονόματι της μη-συμβατικότητας, ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ αρνήθηκε, δέκα μέρες πριν από τις εκλογές, να δώσει τη μόνη απάντηση που είναι εντελώς απαραίτητο να ακούσει όποιος σκοπεύει να τον ψηφίσει θέλοντας να ξέρει τι κάνει: δηλαδή, το τι θα του ξημερώσει η επόμενη των εκλογών. Βέβαια στην απάντηση, ή μάλλον τη μη-απάντηση, του κ. Τσίπρα, με αιφνιδίασε μόνο η έκταση της απροκάλυπτης περιφρόνησης για τους ψηφοφόρους. Γιατί κατά τα άλλα δεν εξεπλάγην. Το γεγονός ότι ο ΣΥΡΙΖΑ τα τελευταία χρόνια έχει κερδίσει την πρώτη θέση στις προτιμήσεις των ψηφοφόρων το οφείλει κυρίως στην πλήρη αποπομπή της λογικής, του ρεαλισμού, και των επιχειρημάτων από τον δημόσιο λόγο, για να βάλει στη θέση τους τη διέγερση του θυμικού, τις κατηγόριες και τις ύβρεις. Από την αρχή της κρίσης, και κυρίως από την περίοδο των «αγανακτισμένων», ο ΣΥΡΙΖΑ καλλιέργησε τη ρητορική του κατοχικού-εμφυλιοπολεμικού μίσους, βαπτίζοντας εκλεγμένες με μεγάλη πλειοψηφία κυβερνήσεις της χώρας «δοσιλογικές», περιγράφοντας τη δανειακή σύμβαση ως «εχθρική κατοχή», και την οικονομική κατάσταση των πολιτών ως «χειρότερη από την Κατοχή» (το άκουσα και αυτό σε κανάλι). Η ιστορία του τόπου έγινε έτσι ανενδοίαστα εργαλείο κομματικής προπαγάνδας.
Παρακολούθησα τη διαδικτυακή συνέντευξη του προέδρου του ΣΥΡΙΖΑ στο κομματικό του κανάλι, όπου από χιλιάδες ερωτήσεις που έγιναν μέσω του twitter πέρασαν τους κομματικούς επιλογείς λιγότερο από 1%. Εγώ θέλω να μείνω στην αντίδραση του κ. Τσίπρα σε μια ερώτηση, την προτελευταία της συνέντευξης. Εκεί, ο κομματικός δημοσιογράφος, με ένα μικρό χαμόγελο αμηχανίας και συστολής, είπε στον κ. Τσίπρα: «Έχω εδώ και μια πολύ συμβατική ερώτηση: "Πού θα βρείτε τα λεφτά για να εφαρμόσετε το πρόγραμμά σας;"». Μικρά συννεφάκια εκνευρισμού ρυτίδωσαν το μέτωπο του προέδρου, και μετά έδωσε μια απάντηση που με άφησε με το στόμα ανοιχτό, τόσο που δυσκολευόμουν να πιστέψω ότι πραγματικά την άκουσα. (Ομολογώ ότι πριν την αναπαράγω εδώ τηλεφώνησα σε έναν φίλο που είδε τη συνέντευξη, για να βεβαιωθώ ότι δεν ήταν παραίσθησή μου.) Ο κ. Τσίπρας απάντησε στην ερώτηση περί του «πού θα βρει τα λεφτά» ως εξής: «Επειδή αυτή η συνέντευξη θέλω να είναι πραγματικά μη-συμβατική, αυτή την ερώτηση δε θα την απαντήσω.». Κι έτσι, εν ονόματι της μη-συμβατικότητας, ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ αρνήθηκε, δέκα μέρες πριν από τις εκλογές, να δώσει τη μόνη απάντηση που είναι εντελώς απαραίτητο να ακούσει όποιος σκοπεύει να τον ψηφίσει θέλοντας να ξέρει τι κάνει: δηλαδή, το τι θα του ξημερώσει η επόμενη των εκλογών. Βέβαια στην απάντηση, ή μάλλον τη μη-απάντηση, του κ. Τσίπρα, με αιφνιδίασε μόνο η έκταση της απροκάλυπτης περιφρόνησης για τους ψηφοφόρους. Γιατί κατά τα άλλα δεν εξεπλάγην. Το γεγονός ότι ο ΣΥΡΙΖΑ τα τελευταία χρόνια έχει κερδίσει την πρώτη θέση στις προτιμήσεις των ψηφοφόρων το οφείλει κυρίως στην πλήρη αποπομπή της λογικής, του ρεαλισμού, και των επιχειρημάτων από τον δημόσιο λόγο, για να βάλει στη θέση τους τη διέγερση του θυμικού, τις κατηγόριες και τις ύβρεις. Από την αρχή της κρίσης, και κυρίως από την περίοδο των «αγανακτισμένων», ο ΣΥΡΙΖΑ καλλιέργησε τη ρητορική του κατοχικού-εμφυλιοπολεμικού μίσους, βαπτίζοντας εκλεγμένες με μεγάλη πλειοψηφία κυβερνήσεις της χώρας «δοσιλογικές», περιγράφοντας τη δανειακή σύμβαση ως «εχθρική κατοχή», και την οικονομική κατάσταση των πολιτών ως «χειρότερη από την Κατοχή» (το άκουσα και αυτό σε κανάλι). Η ιστορία του τόπου έγινε έτσι ανενδοίαστα εργαλείο κομματικής προπαγάνδας.









